Αυτόν τον καφέ στον χρωστάω

Διαβάστε ακόμα Α ρε Βάσω & Η φυλακή μέσα μου

photo: Nikol Sideri
photo: Nikol Sideri

του ΘΩΜΑ ΣΙΔΕΡΗ

Δεν ξέρω ρε γαμώτο, αλλά ο Αύγουστος είναι μπαγαπόντης. Από τη μια, σου χαρίζει απλόχερα δυο φεγγάρια, να χορταίνει το μάτι σου και η ψυχή σου από υποσχέσεις, και από την άλλη σου παίρνει πάντα κάτι. Κι αυτός ο Αύγουστος πήρε τη Βάσω. Στην προκειμένη περίπτωση, το “κάτι” ήταν ένας θησαυρός. Αλλά πόσους θησαυρούς δεν προσπερνάμε στη ζωή μας;Ό,τι δεν κατάφερε η Βάσω στον εαυτό της, το κατάφερε μια χαρά ο καρκίνος. Σε τρεις, τέσσερις μήνες το πολύ. Δεν ξέρω αν ήταν καλύτερα να είχε φύγει τότε. Δεν ξέρω αν πόνεσε, αν πρόλαβε να σκεφτεί, αν νοστάλγησε, αν ένιωσε την επιθυμία ν´ ανοίξει την πόρτα του νοσοκομείου και να πετάξει. Δεν ξέρω τίποτα και ντρέπομαι γι ´ αυτό. Γιατί μέσα στο τίποτα της καθημερινότητάς μου δε χώρεσε το “κάτι” της Βάσως.

Τέλη του περασμένου Απριλίου στο Γκάζι. Δέκα με δέκα και μισή το πρωί. Παρά το πρωινό της ώρας έχει κόσμο. Σκόρπιες ομάδες από κοπανατζήδες μαθητές, μάλλον της τρίτης λυκείου, που έφτυναν κατάμουτρα θεωρήματα, περιοδικούς πίνακες και άγνωστα κείμενα και έκλειναν το μάτι στη ζωή. Κάτι φοιτητοπαρέες για καφέ, που ήταν σίγουρες ότι κανένας δε θα τους έψαχνε στα έδρανα της Σβώλου και της Παπαρηγοπούλου. Α, κι ένας τριανταπεντάρης με κοστούμι, γραβάτα και μπλου τουθ, μάλλον ιατρικός επισκέπτης ή πωλητής που άφησε το αμάξι του στο Γκάζι για να πάρει το μετρό.

Προσπαθώ να παρκάρω. Εκεί, πάνω στη μανούβρα, χτυπάει το τηλέφωνο. Η Βάσω. “Περίμενε”, της λέω, μισό λεπτό. Μου πήρε λίγο παραπάνω. Βγαίνω έξω απ´ τ´ αυτοκίνητο και με παίρνουν οι πρώτες ψιχάλες μιας ξαφνικής ανοιξιάτικης μπόρας. “Τι έγινε”, τη ρωτάω. “Έχω έναν όγκο”, μου λέει. “Πήγες στο γιατρό”; “Όχι”, μου απαντάει. “Τον έχω καιρό”. “Και γιατί δεν πήγες;” “Δεν έχω λεφτά. Κι άμα δεν έχεις να τους δώσεις, δε σου δίνει κανένας σημασία”. Είχε δίκιο. “Θα πάμε μαζί σ´ έναν φίλο”. “Όχι”, μου λέει, “δε θέλω να πάμε σε γιατρό, θέλω να πάμε στο Πράκτικερ να πάρω κάτι κλειδαριές που χρειάζομαι”. Αλήθεια, τί ήθελε τις κλειδαριές;

Δεν επέμεινα. Άλλωστε, κι η ίδια με καθησύχασε. “Θα πάω την επόμενη εβδομάδα”. Πάντως, όσον αφορά στη δουλειά της είχε υποστεί μια ανείπωτη ταπείνωση. Με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε μια δημοτική επιχείρηση, έμενε απλήρωτη επί μήνες, την ίδια στιγμή που πολιτικό προσωπικό, προμηθευτές και διάφορα πεινασμένα “κοράκια” έστηναν χορό εκατομμυρίων ευρώ. Το παράλογο σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι ο ίδιος προσωπικά πήγα και βρήκα την αρμόδια διευθύντρια της Επιθεώρησης Εργασίας και της εξέθεσα την κατάσταση της Βάσως. Η συγκεκριμένη υπάλληλος, αντί να με ακούσει και να δώσει λύση στο πρόβλημα, που εντέλει ήταν πρόβλημα και δεκάδων άλλων εργαζομένων, με πέταξε έξω από το γραφείο της και απείλησε να φέρει την αστυνομία όταν της έδειξα τη δημοσιογραφική μου ταυτότητα. Είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος κάνει τη δουλειά της με άλλο τρόπο.

Την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε με τη Βάσω, της χάρισα μια χειροποίητη καρφίτσα. Εκείνη κρεμάστηκε από το λαιμό μου σαν το μικρό παιδί και άρχισε να με φιλά. Είχε αδυνατίσει πολύ, ένα πούπουλο που θα το έπαιρνε ο αέρας μακριά. Α, μετά καπνίσαμε κι ένα τσιγάρο. Από τα δικά της, μιας και είμαι μόνιμος τρακαδόρος. Θυμάμαι, της ζήτησα και δεύτερο. Της υποσχέθηκα ότι το Σάββατο θα την έπαιρνα στο σπίτι για καφέ. Αλλά δεν την πήρα ποτέ τηλέφωνο. Τα παιδιά, ίσως κάποια επαγγελματική συνάντηση, δε θυμάμαι. Ξερετε τώρα…

Βάσω, αυτόν τον καφέ στον χρωστάω. Τι λες, μωρό μου, γι ´ αυτό το Σάββατο;

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s