Ταξίδι στο χρόνο | Οδοιπορικό στα παντοπωλεία του Ευπαλίου

Στον εξοπλισμό ενός παντοπωλείου περιλαμβανόνταν οι ζυγαριές με παλάντζες και με δίσκους. Για τη μέτρηση χρησιμοποιούσαν τα ζύγια, τα πέζα, όπως λέγανε. Μονάδα μέτρησης βάρους ήταν η οκά και μετά το κιλό, με υποδιαιρέσεις τα δράμια και τα γραμμάρια αντίστοιχα. (Λαογραφικό Μουσείο Ευπαλίου)

Γράφουν οι Λένα Αναγνωστοπούλου & Κώστας Ζέρβας

Κάνοντας μια βόλτα σε μια σύγχρονη γειτονιά  σίγουρα το μάτι μας θα πέσει σε κάποιο super market ή  mini market. Σκεφτήκαμε λοιπόν να παρουσιάσουμε τα αντίστοιχα μαγαζιά που λειτουργούσαν στο Ευπάλιο πριν από πολλές δεκαετίες, στις αρχές του αιώνα, μέχρι τη δεκαετία του ‘60. Πολλά από αυτά τα μαγαζιά εξελίχθηκαν και διατηρήθηκαν για πολλά χρόνια και μερικά έως και σήμερα.

Ομολογουμένως εντυπωσιαστήκαμε από το πλήθος τους κάνοντας τη σχετική έρευνα. Με τη βοήθεια του Τάκη Αναγνωστόπουλου, του Χαράλαμπου Πριόβολου του Αλεξίου, του Νίκου Ζέρβα και άλλων προσπαθήσαμε να καταγράψουμε τα μαγαζιά και να αποτυπώσουμε μερικές πλευρές της λειτουργίας τους.

Το Ευπάλιο των αρχών του αιώνα ήταν το οικονομικό κέντρο της περιοχής που έσφυζε από ζωή, διαθέτοντας δεκάδες εμπορικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις. Κάθε πρωί η κεντρική πλατεία ήταν γεμάτη από υποζύγια και ανθρώπους των γύρω χωριών που έρχονταν να εφοδιαστούν εμπορεύματα και να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους. Σύμφωνα με μια εμπεριστατωμένη καταγραφή του Χαράλαμπου Πριόβολου, στο Ευπάλιο προπολεμικά λειτουργούσαν φαρμακεία, τηλεγραφείο, συμβολαιογραφείο, τσαγκαράδικα, μονοπώλιο (που είχε τη διάθεση πετρελαίου, αλατιού, σπίρτων, τραπουλόχαρτων), ελαιοτριβεία, σιδεράδικα, φανοποιεία, ραφτάδικα, γανωματζίδικα, ξυλουργεία, σαγματοποιεία, βαρελοποιεία, κρεοπωλεία, ταβέρνες, κουρεία, υπήρχαν δικηγόροι και δικολάβοι, υπηρεσίες μεταφοράς, κάρα και υποζύγια και μετά αυτοκίνητα (η θρυλική ατμοκίνητη-έκαιγε κάρβουνο-ΡΙΡΙΚΑ κυκλοφόρησε το 1937). Και βέβαια παντοπωλεία.

Αρχείο Λένας Αναγνωστοπούλου. Για την κατασκευή του σπιτιού του ο παππούς μου Θανάσης Αναγνωστόπουλος αγόρασε υλικά (πρόκες, τσιμέντο) από Β. Πατσαούρα, Ν. Ζέρβα, Ν. Σμπαρούνη. Για αγώγια μεταφοράς των υλικών έδωσε 350 δραχμές στον Γ. Μεϊντάση, για δυο σακιά τσιμέντο από τον Νικάκη έδωσε 150 δρχ. Ο αγιασμός κόστισε 50 δραχμές.

Στα παντοπωλεία μπορούσε να βρει κανείς όλα τα είδη που χρειάζονταν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους, από τρόφιμα μέχρι υλικά οικοδομών, υφάσματα για ράψιμο ρούχων, νήματα για τον αργαλειό, παπούτσια, κλωστές, χρώματα, στάμνες, μεταλλικούς κουβάδες, λάμπες φωτισμού με όλα τα εξαρτήματά τους, φυτίλια, λαμπόγυαλα κτλ.  Βέβαια πάντα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι το χρήμα που κυκλοφορούσε προπολεμικά ήταν ελάχιστο, η οικονομία ήταν κυρίως ανταλλακτική, και δεν είχαν όλοι οι κάτοικοι πρόσβαση σε όλα τα αγαθά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο καφές που επωλείτο από πολλά μαγαζιά ήταν σχεδόν είδος πολυτελείας, δε μπορούσαν όλες οι οικογένειες να έχουν στο σπίτι τους καφέ. Μερικά παντοπωλεία πωλούσαν και παπούτσια, όμως ελάχιστοι μπορούσαν να τα αγοράσουν, οι περισσότεροι άνθρωποι φορούσαν παπούτσια που έφτιαχναν οι τσαγκάρηδες (κάποια εποχή φτιάχνονταν παπούτσια με σόλα από ελαστικό αυτοκινήτου), ενώ ήταν πολύ συχνό φαινόμενο να βλέπεις ανθρώπους να περπατούν ξυπόλυτοι, επειδή δε μπορούσαν να αντικαταστήσουν ακόμη και τα πρόχειρα παπούτσια που ήταν φτιαγμένα από δέρμα γουρουνιού.  Η κατάσταση ήταν ακόμη πιο δύσκολη στα ορεινά χωριά της περιοχής. Σε περιόδους κρίσης, και αυτές ήταν όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν αντίξοες και η αγροτική παραγωγή καταστρεφόταν, η κατάσταση χειροτέρευε. Τότε είχαμε κύματα μετανάστευσης προς το εξωτερικό, την Αθήνα, τα πεδινά… Στις αρχές του αιώνα πολλοί Δωριείς μετανάστευσαν στην Αμερική. Μια εποχή υπήρξε μαζική μετανάστευση στο εσωτερικό, π.χ. πολλοί πήγαν να εργαστούν στα ορυχεία του Λαυρίου, μια εμπειρία μάλλον δυσάρεστη και δεν απέδωσε και πολλά…

«Ο πατέρας μου άνοιξε το μαγαζί το 1928 περίπου και το διατήρησε μέχρι το 1958. Τη μεγαλύτερη ακμή του γνώρισε μετά τον πόλεμο. Πούλαγε τρόφιμα, μεταξωτά υφάσματα, ξυλεία, είδη οικοδομής, χρώματα» (Γιάννης Πατσαούρας). «Όταν έφτιαξε ο πατέρας μου το σπίτι μας-το 1929-πρόκες είχε αγοράσει από τον Πατσαούρα, το Νικάκη, το Νίκο το Ζέρβα, τσίγκους για τα τζάκια, τσιμέντο και καδρόνια από το Νικάκη (Τάκης Αναγνωστόπουλος). To τσιμέντο άρχισε να χρησιμοποιείται στην περιοχή μας από τη δεκαετία του ‘20 και μετά, μέχρι τότε οι τοίχοι χτίζονταν με πέτρα και λάσπη.

_____

Τα μαγαζιά στο Ευπάλιο ήταν κατανεμημένα σε δύο περιοχές (πιάτσες). Από την επάνω πλατεία μέχρι το σπίτι του Νίτσου (σήμερα σπίτι Βασίλη Ρόκκου) υπήρχαν τα παντοπωλεία: > Του Γιώργου Παπαϊωάννου (Μανώλης), σήμερα σ σπίτι Θύμιου Ζάχαρη. Το μαγαζί του Παπαϊωάννου ήταν κοντά στο σπίτι μας και ψωνίζαμε από κει. Ήταν μικρό, είχε λιγοστά εμπορεύματα που δεν ανανεώνονταν συχνά, λειτούργησε για λίγο διάστημα και μετά έκλεισε (Τάκης Αναγνωστόπουλος). > Του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, διατηρήθηκε μέχρι τη δεκαετία του ’70  από τη σύζυγό του Θυμιούλα απέναντι από το δημοτικό σχολείο. > Του Γιώργου Ντότσικα, από το Τρίκορφο (στα Καμπουρέϊκα, απέναντι από το Δημοτικό σχολείο). > Του Ευαγγελόπουλου, σήμερα σπίτι των αδελφών Ανδρεόπουλου. >Του Γιώργου Σμπαρούνη (στα Καμπουρέικα, ήταν και υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών και διατηρούσε το μονοπώλιο). > Του Γιώργου Νίτσου. Το άνοιξε αφότου γύρισε από την Αμερική. Αργότερα το σπίτι-μαγαζί αγοράστηκε από το Βασίλη Ρόκκο και λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του ’90 ως μπακάλικο-καφενείο. Από την επάνω πλατεία έως την κεντρική πλατεία υπήρχαν πιο πολλά και σαφώς πιο μεγάλα και εύρωστα μαγαζιά. Εκεί ήταν και οι πιο πολλές βιοτεχνίες: > Ο Βασίλειος Παπαδήμας από το Κριάτσι, ο παππούς της Γιαννίτσας. >Ο Αγησίλαος Παπαδημητρίου (από τη Στίλια), πατέρας της Ευγενίας Καραγεωργοπούλου. Το παντοπωλείο-χάνι διατηρηθήκε από την ίδια και την κόρη της Κούλα Πετροπούλου μέχρι πριν λίγα χρόνια > Ο Βασίλης  Πατσαούρας > Ο Νικόλαος Σμπαρούνης (Νικάκης) > Ο Γιώργος Μπάμπος (Μυταρόζος) >Ο Νικόλαος Ζέρβας (Κατσαβριάς), εκεί που είναι σήμερα το μαγαζί του Αντώνη Καψάλη > Στην πλατεία στο σπίτι του  Γιώργου Ζέρβα είχε ανοίξει παντοπωλείο ο Αμπλάς από τα Γρηγορίτικα για μικρό χρονικό διάστημα μεταπολεμικά >Ο  Παναγιώτης Παπαδόπουλος του Λεωνίδα (σήμερα μαγαζί Σταύρου Τιγγινάγκα) > Ο Φώτης Παπακωνσταντίνου, που διατηρήθηκε από την νύφη του Νία Παπακωνσταντίνου μέχρι πριν λίγα χρόνια.

_____

Τα είδη που πουλιόντουσαν ήταν τοποθετημένα στα ράφια, σε κιβώτια, ή σε τσουβάλια στο πάτωμα. Δεν υπήρχαν τυποποιημένα τρόφιμα τα παλιά χρόνια, αλλά πολλά  ήταν χύμα και τα τύλιγαν σε χασαπόχαρτο. Όλα τα μπακάλικα πουλούσαν και χύμα καραμέλες. Με μια δραχμή έπαιρνες 10 καραμέλες. Βέβαια ήταν είδος πολυτελείας. Τα παιδιά εκείνης της εποχής δεν είχαν χρήματα να τις αγοράσουν και  κοίταζαν με τρόπο να πάρουν καμία. Προϊόντα που κυρίως είχαν ζήτηση στο χωριό ήταν όσα δεν καλλιεργούσαν οι κάτοικοι στα χωράφια κυρίως. Όσα δεν καλλιεργούσαν οι ίδιοι (π.χ. φασόλια, φακές, ρεβύθια, κολοκύθια) τα αγόραζαν. Δεν υπήρχαν νωπά προϊόντα, εξάλλου δεν υπήρχε και η υποδομή για τη συντήρηση. Από τρόφιμα μακράς διαρκείας ξεχώριζε ο παστός βακαλάος, και αυτός όμως ήταν σχεδόν έδεσμα για εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε λαχανικά και άλλα  κηπευτικά ήταν αυτάρκεις. Ζυμαρικά, ζάχαρη, ρύζι και καφέ κυρίως ψώνιζαν. Στην περίοδο όμως της Κατοχής τα ζυμαρικά τα έφτιαχναν μόνοι τους: το κριθαράκι, τις χυλοπίτες, τον τραχανά. Τα είδη που εμπορεύονταν τα προμηθεύονταν από το Μοναστηράκι, όπου γινόταν διαμετακομιστικό εμπόριο. Ο Ευσταθίου στο Μοναστηράκι, κοντά στον Άγιο Μάρκο, 50-100 μέτρα δεξιά όπως ανεβαίνουμε για Ευπάλιο, είχε μεγάλο μαγαζί και πηγαίνανε όσοι είχαν μικρομάγαζα, παράγγελναν ό,τι ήθελαν και  τους τα  έστελνε με τα κάρα. Τότε δεν υπήρχαν φορτηγά αυτοκίνητα  και οι μεταφορές γίνονταν με τα κάρα, προπαντός με το κάρο του Κοκοσούλη (Ζησιμόπουλου) που ήταν κλειστό. Στο Μοναστηράκι φτάνανε τα εμπορεύματα δια θαλάσσης: με τα τραίνα ή με αυτοκίνητα μεταφέρονταν  στον Ψαθόπυργο κι από κει με το «πέραμα» στο Μοναστηράκι και τα παραλάμβανε όποιος  τα είχε παραγγείλει» (Τάκης Αναγνωστόπουλος).

Εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Κ. Κατσαρού υπήρχε το εργοστάσιο αλευροποιίας της φωτογραφίας (δεκαετία ‘10), όπου αλέθονταν δημητριακά και το αλεύρι το έδιναν προς πώληση στα μαγαζιά της περιοχής.

Η συγκοινωνία Μοναστηράκι-Ψαθόπυργος γινόταν κάθε μέρα. Πρωί αναχωρούσαν τα καΐκια από το Μοναστηράκι και το απόγευμα στις 3 η ώρα γινόταν η επιστροφή. Για μας τα τσοπανόπουλα που ατενίζαμε τον Κορινθιακό ατελείωτες ώρες, το δρομολόγιο του καϊκιού ήταν και ρολόι: όταν το απόγευμα το καΐκι έφθανε στο Μοναστηράκι, στον Κόκκινο, η ώρα ήταν τέσσερις. Και όταν ο μπάρμπα Γιώργος Μπάστας έφθανε με το ταχυδρομείο στα «Κτήρια» η ώρα ήταν 6 το απόγευμα (Νίκος Ζέρβας).

Μεγάλη πελατεία δεν είχαν όλα τα μαγαζιά. Κάποια είχαν ελάχιστα είδη, δεν ανανέωναν συχνά την πραμάτειά τους, τα έβγαζαν δύσκολα πέρα, ίσως γιατί είχαν χαμηλότερες τιμές ή γιατί προσέφεραν καλύτερες δυνατότητες πίστωσης (τεφτέρι), ή είχαν κατώτερη ποιότητα… Κάποια μαγαζιά όμως ήταν ανθηρά και οι ιδιοκτήτες τους ήταν πραγματικά μεγαλέμποροι για τα δεδομένα της περιοχής.

Το παντοπωλείο του Νικάκη (περίπου 1930) στην κεντρική πλατεία του Ευπαλίου : διακρίνονται οι δύο είσοδοι του μαγαζιού (αρχείο Νίτσας Σμπαρούνη).

Μεγάλη ώθηση δέχθηκαν τα μαγαζιά όταν εγκαταστάθηκαν στο Ευπάλιο όσοι κατέβηκαν από την Καρυά καθώς επίσης και  όταν εγκαταστάθηκαν και από τα γύρω χωριά, λόγω γάμου κυρίως. Η ύπαρξη τόσων πολλών μαγαζιών σε γειτονικές σχεδόν θέσεις δείχνει τη σημασία του Ευπαλίου ως εμπορικού κέντρου. Το Ευπάλιο ήταν κόμβος για τη γύρω περιοχή: κάτοικοι  από τα Κλήματα, τους Γκουμαίους, το Τρίκορφο, το Καστράκι, και της περιοχής από τη Σεργούλα προς Ναύπακτο, αλλά και από την ορεινή Δωρίδα, Παλιοξάρια, Ποτιδάνεια, Στύλια μέχρι και την Αρτοτίνα ερχόντουσαν  για ψώνια στο Ευπάλιο. Όπως μας ανέφερε ο Γιάννης Πατσαούρας ο πατέρας του υποστήριζε ότι όσα περισσότερα μαγαζιά λειτουργούσαν στο Ευπάλιο, τόσο καλύτερα θα κρατούσαν την πελατεία από τη γύρω περιοχή. Μια πραγματικά προχωρημένη επιχειρηματική αντίληψη, διαμετρικά  αντίθετη από αυτή που βλέπουμε πολλές φορές σήμερα στην περιοχή μας…

Έτσι πολλά μαγαζιά, αυτά που είχαν μεγάλη πελατεία από τα χωριά της Δωρίδας, διέθεταν και στάβλους (χάνια τα λέγαν) που το βράδι έβαζαν τα ζώα και τα τάιζαν, γιατί πολλές φορές παρέμεναν στο Ευπάλιο μία και δύο μέρες μέχρι να τακτοποιήσουν όλες τις εργασίες τους και μετά ξεκινούσαν. Τέτοιους στάβλους διέθεταν ο Ζωγράφος, ο Ευαγγελόπουλος, ο Νικάκης και ο Αγησίλαος.

Πολλοί Ευπαλιώτες συμπλήρωναν το εισόδημά τους με τα αγώγια. Είχαν ένα ή δύο ζώα, συνήθως τα ζώα τα χρησιμοποιούσαν για την καλλιέργεια των χωραφιών. Τις ώρες και μέρες που δεν ασχολούνταν στα χωράφια μετέφεραν, με αμοιβή τα εμπορεύματα στα καταστήματα. Ο Τάσιος Ζέρβας, ο Αριστομένης Τζιλαλής, ο Αντώνης Ζέρβας, ο Αλέκος Πριόβολος και πολλοί άλλοι ήταν σχεδόν επαγγελματίες αγωγιάτες, τους εμπιστεύονταν οι μαγαζάτορες και τους είχαν μόνιμους στην υπηρεσία τους.

Τα μαγαζιά δε λειτουργούσαν με συγκεκριμένο ωράριο. Κάνανε μόνο μικρή διακοπή το μεσημέρι.«O πατέρας μου έκλεινε λίγο το μεσημέρι για να φάει και να ξεκουραστεί λίγο. Μάλιστα αν τύχαινε να έρθει πελάτης εκείνη την ώρα, ακόμα κι από μακριά, από  την Αρτοτίνα, δεν τον εξυπηρετούσε» θυμάται ο Γιάννης Πατσαούρας.Σημειωτέον δε ότι ο Πατσαούρας ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός, εξυπηρετικός, υποδείκνυε στον πελάτη τι τον συνέφερε, του άρεσε η κουβέντα και μερικές φορές κάποιος που πήγαινε να ψωνίσει στο μαγαζί έφευγε μετά από πολλή ώρα.

Το παντοπωλείο του Φώτη Παπακωνσταντίνου.

Η οικονομική συναλλαγή γινόταν κυρίως με τα τεφτέρια όταν ψώνιζαν βερεσέ: όσοι δεν είχαν χρήματα γράφονταν σε τεφτέρι, κι όταν μπορούσαν πλήρωναν ή όλο το χρέος ή μέρος του. Αυτό όμως δεν το πολυήθελαν οι μαγαζάτορες γιατί έκανε δύσκολη  τη δική τους οικονομική κατάσταση.

Όπως μας είπε ο Γιάννης ο Πατσαούρας, ο πατέρας του είχε στο μπακάλικό του την εξής πινακίδα:

«Φίλοι μου αν μ’ αγαπάτε, βερεσέ μη μου ζητάτε / γιατί σ’ όσους έχω δώσει, μ’ όλους έχω μαλώσει».

Και όπως θυμάται και ο Τάκης Αναγνωστόπουλος: ο Νικάκης είχε στο μαγαζί του μια φωτογραφία με δύο άντρες: ο ένας ήταν καθιστός, χαρούμενος και χαλαρός και ο άλλος  καθιστός, περίλυπος και τράβαγε τα μαλλιά του. Η λεζάντα για τον πρώτο ήταν «ο πωλών τοις μετρητοίς» και για το δεύτερο «ο πωλών επί πιστώσει». Ό Αγησίλαος ήταν δύσκολος στο βερεσέ, ίσως γιατί είχε και πολυμελή οικογένεια. Ο Παπαδήμας ήταν πιο ελαστικός και είχε πιο καλές τιμές. Με μια δραχμή οι πιτσιρικάδες της εποχής έπαιρναν  μικρότερα μεν αλλά περισσότερα λουκούμια απ’ ό,τι στ’ άλλα μαγαζιά.

 _____

Η επιτομή του στυλ. Μια ξεχωριστή παρουσία στο Ευπάλιο του 1920. Νικόλαος Δημητρίου Σμπαρούνης (Νικάκης, του άρεσε να τον αποκαλούν Νικάκη αφέντη). Διέθετε το πιο μεγάλο κατάστημα, το πιο γεμάτο και με σύγχρονη αγορά. Το άνοιξε αφού γύρισε από την Αμερική. Ήταν ευκατάστατος και πήγαινε ο ίδιος στην Πάτρα για να παραγγείλει τα εμπορεύματα. Πρόσεχε πάντα την εμφάνισή του, το ντύσιμό του και τη συμπεριφορά του, αληθινός gentleman. Τα κουστούμια του ήταν από το καλύτερο ύφασμα που κυκλοφορούσε. Ήταν ευγενικός και εξυπηρετικός, ασχολιόταν ο ίδιος με τον πελάτη δείχνοντας ενδιαφέρον, πάντα φορώντας παπιγιόν –μοναδική εικόνα για την εποχή εκείνη στο Ευπάλιο- διαφέροντας  έτσι στην περιβολή από τους άλλους παντοπώλες. Ήταν σχεδόν σουρεαλιστικό, στο Ευπάλιο της δεκαετίας του ’20, όπου η λάσπη στους χωμάτινους δρόμους και στην κεντρική πλατεία έφτανε ως τον αστράγαλο, να σε υποδέχεται ο Νικάκης με παπιγιόν και γυαλισμένα λουστρίνια!!!

Είναι δε εκπληκτική η εξής ιστορία: όταν στην κατοχή πέθανε ο Νικάκης, πριν τον κατεβάσουν στο μνήμα, έσκισαν το κουστούμι που φόραγε, για να αποτρέψουν τυχόν επίδοξους τυμβωρύχους. Γιατί το κουστούμι σίγουρα θα έπιανε μια καλή τιμή στους μαυραγορίτες της Ναυπάκτου.

Ο Νικάκης ήταν δαιμόνιος έμπορος. Είχε ανοικτό μυαλό, ήταν πρωτοπόρος, ανίχνευε ανάγκες και κενά της αγοράς, έβλεπε μπροστά. Ήταν ο πρώτος που δημιούργησε πετρελαιοκίνητο αλευρόμυλο (μέχρι τότε οι μύλοι ήταν νερόμυλοι). Το 1938 έφερε για πρώτη φορά ραδιόφωνο στο Ευπάλιο. Όλοι οι παλιότεροι θυμούνται τη σκηνή το ραδιόφωνο στο κέντρο της πλατείας να μεταδίδει τις ειδήσεις. Από αυτό το ράδιο πληροφορήθηκαν οι Ευπαλιώτες την κήρυξη του πολέμου το ‘40 και την κατάρρευση του μετώπου τον Απρίλιο του 1941. Αυτή τη σχεδόν λατρεία για την καινοτομία την κληρονόμησε και στο γιο του Μήτσο, ο οποίος έφερε την πρώτη τηλεόραση στο Ευπάλιο στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Στο μαγαζί του Νικάκη υπήρχε πληθώρα εμπορευμάτων που κάλυπτε σχεδόν όλες τις ανάγκες της καθημερινότητας, από τρόφιμα, καρφίτσες και υφάσματα μέχρι πρόκες και οικοδομικά είδη. Ο Γιώργος Πριόβολος (βιβλιοπώλης) ανέφερε συχνά το εξής ευτράπελο: στο μαγαζί του Νικάκη ανάμεσα στα αναρίθμητα εμπορεύματα υπήρχαν γυαλιά μυωπίας. Ερχόταν ο πελάτης τα δοκίμαζε και με όποιο έβλεπε καλύτερα το αγόραζε! Μαζί με την παρέα του σκέφθηκαν να πάρουν ένα ζευγάρι γυαλιά, να βγάλουν τους φακούς και στη θέση τους να βάλουν χρωματιστά κρύσταλλα που θα «δανείζονταν» από τα τζάμια του Αη-Γιώργη. Τα γυαλιά ηλίου που προέκυψαν ήταν εκκεντρικά ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα…, πλην όμως ήταν ελάχιστα πρακτικά διότι απλά δε μπορούσες να δεις μέσα από τα χοντρά χρωματιστά βιτρώ κρύσταλλα!!! 

_____

Πηγή: Εφημερίδα «Ευπάλιο«, φ. 104

Το treno ευχαριστεί τους συγγραφείς του άρθρου για την παραχώρηση του υλικού.

Advertisements

One thought on “Ταξίδι στο χρόνο | Οδοιπορικό στα παντοπωλεία του Ευπαλίου

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s