Τέρμα τα κουβαρνταλίκια |Του Θωμά Σίδερη

Η νύχτα θέλει έρωτα και η κρίση μυαλό. Αφήστε κάτω τα πιρούνια και ανοίξτε τα εγχειρίδια Πολιτικής Οικονομίας. Η θεωρία του Κέυνς μοιάζει πλέον παρωχημένη. Το δόγμα της νέας εποχής λέει: “Τέρμα τα κουβαρνταλίκια Ελληνάρες”.

Ο εφαρμοστικός νόμος δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτά που εφαρμόζονταν χρόνια σε Ευρώπη και Αμερική: “Μια πατάτα, μια σαλάτα και ελίτσες καλαμών”.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έχετε πάει με μια μεγάλη παρέα σε ταβέρνα ή νεοταβέρνα, ψαγμένη ή μη δεν έχει σημασία, και έχετε φάει του σκασμού ή τον άμπακο, πείτε το όπως θέλετε. Απλώς, μην το παρακάνετε γιατί θα επιβαρυνθείτε μετά τις σόδες και τα Zantac.

Ας υποθέσουμε ακόμα ότι έρχεται η πιο μεγάλη ώρα, ήτοι η ώρα του λογαριασμού. Καλό θα είναι να ψιθυρίζετε συνεχώς από μέσα σας το τραγούδι του Τόλη “Είναι μια ώρα δύσκολη, του λογαριασμού η ώρα”, ώστε να βρίσκεστε σε διαρκή εγρήγορση και να μην υποκύψετε επ’ ουδενί σε αυτό που λανθασμένα ξέρατε μέχρι σήμερα ως “ελληνικό φιλότιμο”.

Αφήστε τους άλλους να φιλοτιμηθούν. Ως εκ τούτου, ποτέ μη φωνάξετε πρώτοι το γκαρσόνι να σας φέρει λογαριασμό. Αφήστε τους άλλους να το κάνουν.

Αν το γκαρσόνι φέρει το λογαριασμό και κάποιος από την παρέα απλώσει το χέρι να το πάρει, αυτό είναι καλό δείγμα. Αν τον κοιτάξει φευγαλέα και βάλει το χέρι στην τσέπη, αυτό είναι το δεύτερο καλό δείγμα. Αν όμως βάλει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας, τότε γυρίστε ένα βήμα πίσω και περιμένετε λίγο. Οι επόμενες κινήσεις του θα ξεκαθαρίσουν το τοπίο.

Αν το γκαρσόνι φέρει το λογαριασμό και κανένας από την παρέα δεν τολμά ή δεν παίρνει την πρωτοβουλία να τον δει, αλλάξτε παρέα την επόμενη φορά που θα πάτε να φάτε. Νέοι άνθρωποι, πιθανώς σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από εσάς, σημαίνουν νέες εμπειρίες. Θυμηθείτε, να ζητάτε με τρόπο αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης ή, καλύτερα, φορολογική ενημερότητα των υποψήφιων συνδαιτυμόνων σας.

Ιστορία φτιάχνουν οι παρέες, που θα ‘λεγε και ο ακριβοπληρωμένος Σεραφείμ Φυντανίδης, αλλά προσέξτε, γιατί τα περισσότερα επεισόδια της Ιστορίας είναι δράματα. Παρότι οι ταβέρνες την εποχή του Σαίξπηρ ήταν “Όνειρο θερινής νυχτός”, κάτι ανάλογο πάει να γίνει και σήμερα, θυμηθείτε πως ο Ρωμαίος ποτέ δεν κέρασε την Ιουλιέτα ένα φραπουτσίνο. Της τραγουδούσε, της έγραφε ποιήματα κοκ. Ανοίξτε τα εφηβικά λευκώματα, όλο και κάτι θα βρείτε να πείτε στο άλλο σας μισό. Και το κυριότερο, θα έχετε γλιτώσει τουλάχιστον είκοσι ευρώ, συν τη βενζίνη για να πάτε, συν το parking, συν το μπουρμπουάρ του σερβιτόρου.

Ακόμα κι αν το άλλο σας μισό είναι καλομαθημένο και σας λέει “στο Μεσαίωνα της λογικής σου μη με πας”, εσείς μην ξεχνάτε ότι ζείτε το Μεσαίωνα της τσέπης σας. Και χωρίς Μεσαίωνα, πώς θα ‘ρθει η Αναγέννηση, που θα ‘λεγε κι ο Γιωργάκης – Ρέμπραντ. Αυτός δεν είναι πρωθυπουργός, ζωγραφίζει…

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην ταβέρνα. Είχαμε μείνει στον γενναίο που με το ένα χέρι κρατάει το λογαριασμό και με το άλλο ψαχουλεύει την τσέπη. Αν τραβήξει έξω το χέρι που ψαχούλευε την τσέπη κρατώντας ζεστά πενηντάρικα, πάρτε βαθιές αναπνοές και ηρεμήστε. Για να φανείτε κι εσείς γενναιόδωροι βγάλτε τα δικά σας κατοστάρικα. Βγάλτε τα, αλλά δειλά. Τα δίνω και δεν τα δίνω… Κάντε πως τα σπρώχνετε προς το μέρος του γενναίου και εφαρμόστε στην πράξη τη θεωρία της σχετικότητας. Τα σπρώχνω προς το μέρος του και στην πραγματικότητα τα σπρώχνω προς το δικό μου μέρος. Αφήστε τον να πληρώσει και μετά σφυρίζοντας αδιάφορα χώνετε γρήγορα τα λεφτά στην τσέπη σας. Άντε, φτηνά τη γλιτώσατε και σήμερα.

Αν όμως ο γενναίος είναι δήθεν γενναίος και από την τσέπη του βγάλει ένα χαρτομάντιλο από τη συγκίνηση που είδε το λογαριασμό ή ένα πανάκι για να σκουπίσει τα γυαλιά του, τότε καρφώστε με ένα βλοσυρό βλέμμα τον επόμενο στη λίστα γενναίο, ώστε να τον κάνετε να φιλοτιμηθεί. Η λίστα μπορεί να είναι βέβαια υποκειμενική, αλλά σε τέτοιες εποχές, μόνο το υποκείμενο μας ενδιαφέρει. Αν δεν πιάσει, συνεχίστε με τον επόμενο. Φροντίστε όμως να φιλοτιμήσετε κάποιον, προτού φτάσει η δική σας σειρά.

Αν τώρα ο συνδαιτυμόνας σας φόρεσε τα γυαλιά πρεσβυωπίας του, ετούτη η εκδοχή επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες. Εξ’ ου και η στάση αναμονής που πρέπει να τηρήσετε. Ωστόσο, ένας γκρινιάρης και τσιφούτης πρεσβύωπας, είναι η χειρότερη επιλογή ανθρώπου που μπορείτε να κάνετε. Έπειτα, ένας πρεσβύωπας βλέπει τους αριθμούς μεγαλύτερους, άρα και τον ήδη παραφουσκωμένο λογαριασμό, τον βλέπει πρησμένο νταούλι. Μην απελπίζεστε όμως. Ψηλαφίστε το κινητό σας τηλέφωνο και κάντε το οπωσδήποτε να κουδουνίσει. Απαντήστε με πειστικότητα σαν τη Μιμή Ντενίση ή σαν τον Στράτο Τζώρτζογλου και προφασιστείτε ότι πήρε φωτιά το σπίτι σας. Κοινώς, κάντε την με ελαφρά πηδηματάκια.

Αν πρέπει να μετρήσω πόσες φορές έχει καεί το σπίτι μου, τότε εγώ δε μένω στην Κυψέλη αλλά στο Κούγκι.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s