Στο πάλκο όταν βγήκα φιλαράκο | Η αφήγηση ενός σπουδαίου θεατρανθρώπου


«Στο πάλκο όταν βγήκα φιλαράκο

σας βεβαιώ δεν είχα διόλου τρακ

φορούσα του πατέρα μου το φράκο

και στο κεφάλι πάνω ένα κλακ.

Δίπλα μου η Φώφη, όπου έπαιζα μαζί της

αλήθεια παρτενέρ ιδανική

ακόμα το θυμάμαι το φιλί της

κι ένα κορμί ίδια κολώνα δωρική.

Οι αναμνήσεις μείναν μόνο να μας τέρψουν

και τις φυλάμε στην καρδιά μας μυστικά,

μόνο αυτές δε θα μπορέσουν να μας κλέψουν,

όσοι ζητούν απ’ τη Μέρκελ δανεικά»

Ο Αλέκος Χρυσοστομίδης μιλά στον Θωμά Σίδερη 

Γεννήθηκα το 1921 στο Πασαλιμάνι, εκεί που ήταν το Πάλλας, απέναντι ήταν το θέατρο του πατέρα μου.  Δίπλα του ήταν ένα καφενείο, «Το Κεντρικόν». Πάντοτε, κοντά σε ένα θέατρο υπάρχει κι ένα καφενείο.

Στο Κερατσίνι ήρθαμε με την οικογένειά μας το 1930. Ήμουνα δέκα χρονών τότε. Ήτανε γεμάτος ο τόπος παράγκες και χωματόδρομους. Παράγκες ήτανε κοντά στο νεκροταφείο, όλη η πλάτη του νεκροταφείου ήτανε παράγκες. Παράγκες ήτανε στην Αμφιάλη. Υποφέρανε οι άνθρωποι. Ο ξεριζωμένος ελληνισμός είχε έρθει εδώ και είχε φτιάξει τις παράγκες του. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι οι ντόπιοι δεν τους κοιτάζανε με καλό μάτι. Φοβόντουσαν μήπως τους πάρουν τις δουλειές.

Ο πατέρας μου λοιπόν που ήτανε πολύ δημιουργικός έφτιαξε ένα καινούριο θέατρο. Το θέατρό μας λειτούργησε σαράντα χρόνια στο Κερατσίνι. Ήταν εκεί που είναι τώρα η πλατεία Λαού. Φανταστείτε τώρα σε μια συνοικία, στα Ταμπούρια, να έχεις ένα θέατρο με χίλια καθίσματα. Ο πατέρας μου είχε φτιάξει μια τεράστια σκηνή, την οποία γκρέμισε μετά ο Μεταξάς. Ένας κουμπάρος μας όμως, ο οποίος ήταν και λογοκριτής του Μεταξά, τον βοήθησε να φτιάξει μια καινούρια. Το θέατρο έγινε τότε βαριετέ, επειδή ήταν χαμηλό, δίχως πριτσεπάλια που λέμε, δίχως αέρια, με μια ράμπα μόνο, είχε όμως τα φώτα και τα λοιπά. Κάναμε νουμεράκια αλλά δίναμε και ολόκληρες παραστάσεις.

Από δω περάσανε όλοι οι μεγάλοι ηθοποιοί: ο Κατράκης, ο Μορίδης, οι αδελφές Καλουτά… Πού να τους απαριθμήσει κανείς; Καλύτερα θα ήταν να πω ποιοι δεν ήρθανε.

Παίζαμε τα πάντα… επιθεώρηση, κωμωδία, ηθογραφία, οπερέτα όλα αυτά τα παίζαμε στο θέατρό μας. Είχαμε μεγάλο ρεπερτόριο. Εμείς, φανταστείτε, ότι παίζαμε κάθε μέρα νέο έργο. Μεγάλη κούραση για τους ηθοποιούς αλλά τα αποδίδανε γιατί εδώ δεν ήτανε Αθήνα. Δεν μπορούσες να μην παίξεις καλά, θα σηκώνονταν και θα ‘φευγαν. Εδώ πετάγανε τα καθίσματα όταν δεν τα ‘λεγες. Έπρεπε να τα λες.

Όταν σχηματίζαμε τους θιάσους, πήγαινε ο πατέρας μου απάνω στην Αθήνα στο καφενείο των ηθοποιών και ρώταγε: «Αυτός τα λέει;» «Ναι, ναι Στέφανε, τα λέει». «Ε, τότε να τον πάρουμε». Γιατί όταν δεν τα ‘λεγες… Μάλιστα μια φορά είχαμε πάρει έναν ηθοποιό, ο οποίος δεν τα ‘λεγε καθόλου καλά και ο Αλέξης ο Δόξας, ο πατέρας της Χρυσούλας και της Μπέμπας, μεγάλοι ηθοποιοί όλοι τους, «Γιατί δεν τα λες ρε;» και να ξύλο και μπουνιές… «Αχ καλέ αυτός βαράει…» Ήταν και λίγο…

Θυμάμαι έναν ηθοποιό που τον λέγανε Ζάλο. Τη μεγάλη επιτυχία του εγώ του την έδωσα. Τον έβαλα να κάνει το ρόλο του Φρανκεστάιν, ήταν καταπληκτικός γιατί ήταν τεράστιος, ντυμένος ανάλογα… Ε λοιπόν έκανε επιτυχία χωρίς να λέει καθόλου λόγια. Με το που τον έβλεπες!

Το ’39 πήρα γενική άδεια ηθοποιού. Αλλά ήμουνα και συγγραφέας. Έχω γράψει σαράντα επιθεωρήσεις και δέκα οπερέτες, τις οποίες τις ανέβασα όλες. Την πρώτη μου οπερέτα την έγραψα όταν ήμουν 19 χρονών. «Τα φταίει ο Βορονώφ», έτσι έλεγε ο τίτλος. Την πρώτη μου επιθεώρηση την έγραψα το 1940. Είχε ποιητικό τίτλο! «Ο στίχος και η λύρα».

Στο θέατρο Χρυσοστομίδη τραγούδησε και η Μαρίκα Νίνου. Έκανε ακροβατικά σε ένα σχήμα που λεγόταν «Δυόμισι Νίνο». Ερχόταν λοιπόν ένας ναυτικός στο θέατρο, ο Γιώργος Βουτσάς, και χαλούσε πολλά λεφτά στη διασκέδασή του. Ήρθε και σε ένα έργο που δεν είχε τραγούδια και δυσανασχέτησε. Του λένε τότε κάποιοι φίλοι του «δώσε σ’ αυτή την Πολίτισσα κάποια λεφτά και πες της να τραγουδήσει». Έτσι κι έγινε. Η Νίνου τραγούδησε κι έγινε χαμός. Είχε ταλέντο η γυναίκα στο τραγούδι και δεν το ‘ξερε.

Τα πρώτα χρόνια μετά την Καταστροφή υπήρχε μεγάλη φτώχεια, αλλά ο πρόσφυγας ήτανε γλετζές. Όλος αυτός ο κόσμος ήθελε να βγαίνει, να ξεδίνει, δηλαδή μπορούσε να έλειπε λίγο το ψωμί του, θα ‘παιρνε μισό ψωμί αντί να πάρει ολόκληρο, θα πήγαινε στο θέατρο, θα πήγαινε στον διπλανό του να γλεντήσει, να μοιραστεί τον πόνο και τη φτώχεια, να ξεχάσει. Φτώχια φτώχια αλλά φτώχια όμορφη. Ενώ τώρα η φτώχια είναι άστα. «Θωμά τι είναι;» «Ρε Αλέκο έχεις ψιλά;» «Έχω ένα δίφραγκο. Έλα, πάμε απέναντι στο μπακαλικάκι να ψωνίσουμε».

Η νονά μου λεγόταν Όλγα Μπόλα, ήταν η πεθερά του Βεάκη. Ο Βεάκης πήρε την κόρη της, την Σμαράγδα, δεύτερη γυναίκα του, η πρώτη του γυναίκα ήταν η Μαρία η Βεάκη, μια ηθοποιός στη γκάμα Κοτοπούλη και Κυβέλη. Μ’ αυτήν έπαιζα συχνά, την είχα στο θέατρό μου.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που φέραμε τον Μορίδη. Και παίζαμε την «Άγνωστο», γνωστό έργο του Μπισόν, Γάλλος συγγραφέας αυτός. Στο έργο αυτό εγώ έκανα τον Ραϊμόνδο, τον γιο της, που δικάζεται γιατί έχει σκοτώσει τον εραστή της. Η μάνα όμως δεν ξέρει ότι είναι γιος της ούτε αυτός πως είναι μάνα μου. Ο Μορίδης έκανε τον εισαγγελέα. Στυγνός άνθρωπος, του καθήκοντος, την καταδικάζει. Παρότι η μάνα βγάζει μια συμπάθεια στον κόσμο, εντούτοις τους πείθει ο Μορίδης. Σηκώνονται πάνω και τον χειροκροτούν μόλις ανακοινώνει την απόδασή του. Θέλω να πω μ’ αυτό ότι οι πρόσφυγες ξέρανε από θέατρο και ξέρανε να ξεχωρίζουν τον καλό ηθοποιό. Ήτανε δουλευτεράδες, άλλοι στα λιπάσματα, άλλοι στο γυαλάδικο, άλλο στο τσιμεντάδικο… Βγάζανε δυο δραχμές, περνούσαν δύσκολα, αλλά στο θέατρο θα έρχονταν. Είχανε έναν άλλο αέρα. Τους έβλεπες που πηγαίνανε στα λουτρά Παλατζιάν. Οι γυναίκες μέσα στη μεγάλη πείνα αλλά ήταν στην πένα. Έφτιαχναν μόνες τους τα φορέματα. Χρυσοχέρες. Είχαμε και μια ηθοποιό προσφυγοπούλα στο θίασο, τη Σούλα την Κέλλερ. Σε παράγκα έμενε κι αυτή. Μόλις ερχόταν το νερό από τον Πόρο και γύριζε το αμαξάκι στους χωματόδρομους, έτρεχε με τους γκαζοντενεκέδες να γεμίσει.

Λοιπόν έχω κι ένα ποιηματάκι μου, αν θέλετε να σας το πω. Είχα πάει στο Παρίσι και μου ‘κανε μεγάλη εντύπωση το Μουλέν Ρουζ.

«Ω και να ‘μουν στο Παρί,

μιλ μερσί και μον σερί,

μες στις οδούς να τριγυρίζω της Μονμάρτης

και μια βραδιά στο μουλέν ρουζ μ

αζί με τον οντρέ τουλούζ

κάποιας Μπριζίτ ν’απολαμβάνω το καν-καν της.

Μες της σαμπάνια τους αφρούς

καθώς θα βλέπω τους φελλούς

να σημαδεύουν με τον κρότο τους τη ράμπα

ένας απάκης χορευτής

προστάτης, εκμεταλλευτής,

ν’ αρπάζει χρήμα απ’ της Νικολέτ τη γάμπα.

Κι όταν θα μπαίνω στο μετρό

μικρές λαχτάρες να μετρώ

μέχρι να φτάσουμε εκεί στην αποβάθρα

καθώς μας πάει στη Νοτρ Νταμ

στη διπλανή μου τη μαντάμ

να εξηγώ πως τη ζωή έζησα λάθος.

Θεέ μου όλη η ζήση μου ορφανή

και όλα τα όνειρα αφανή

σ’ άλλους μοιράζει τους χιτώνες και τα μπόνους

εμείς δουλειά, σπίτι, εκκλησιά

πες μου γιατί στη μοιρασιά

έξω μας άφησες αχίτωνες και μόνους;»

Advertisements

One thought on “Στο πάλκο όταν βγήκα φιλαράκο | Η αφήγηση ενός σπουδαίου θεατρανθρώπου

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s