Δημόσιες σχέσεις και προσευχή | του Θωμά Σίδερη

Το ότι μένω κοντά στις φυλακές Κορυδαλλού το θεωρώ προνόμιο και δε συμμερίζομαι καθόλου την άποψη των ψηφοθηρικών δημοτικών αρχών που θέλουν να φύγουν οι φυλακές από τον ομώνυμο δήμο. Κατ’ αρχήν, οι φυλακές Κορυδαλλού βρίσκονται στο κέντρο μιας πυκνοκατοικημένης περιοχής και κατά δεύτερο λόγο βρίσκονται απέναντι από σχολεία. Ό,τι δε μαθαίνεις στα σχολεία, τα μαθαίνεις στις φυλακές, γιατί ως γνωστόν οι φυλακές είναι μεγάλα σχολεία. Δεν το λέω εγώ, το έχει πει ο Βαγγέλης. (σ.σ. Πού ‘ναι εκείνες οι εποχές που ο πιο διάσημος Βαγγέλης ήταν ο Ρωχάμης;)

Το θεωρώ προνόμιο και για  έναν ακόμα λόγο. Βλέπω λάιβ τις θεαματικές σινεμασκόπ αποδράσεις του Βασίλη Παλαιοκώστα, χωρίς να στραβώνομαι μπροστά στα ερασιτεχνικά βίντεο των γειτόνων που το μπαλκόνι τους “βλέπει” κατευθείαν προαύλιο.

Από τα πρώτα δευτερόλεπτα που μεταφέρθηκε ο “ακίνδυνος” ηγούμενος στον Κορυδαλλό, οι υποστηρικτές του απειλούσαν να ανοίξουν εκατόμβες στη λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη και να πετάξουν μέσα σύσσωμο το δικαστικό συμβούλιο που διέταξε την προφυλάκισή του “ανήξερου” γέροντα.

Την ίδια ώρα στο πάρκινγκ του απέναντι σχολείου βρισκόταν σταθμευμένο ένα τσερόκι με πινακίδες της φτωχομάνας Σαλονίκης. Από το μισάνοιχτο παράθυρο -με φιμέ σκούρο τζάμι- έβγαινε πηχτός καπνός από βαρύ τσιγάρο. Δύο καλόγεροι, τριάντα με τριανταπέντε, απολάμβαναν το ντάνχιλ τους, ενώ ο “αδύναμος” γέροντας ήταν παραδομένος πια στα χέρια των άγριων δεσμοφυλάκων.

Δυο βδομάδες αργότερα διέσχιζα με το αυτοκίνητο την «αγωνιστική» λεωφόρο. Στο διπλανό κάθισμα ο γιος μου, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι, που όλη  η ζωή του φιλτράρεται μέσα από ένα πλέι στέισον. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα…

Γιος: Δηλαδή εδώ μέσα είναι ο ηγούμενος;

Μπαμπάς: Ναι…

Γιος:  Σιγά μην είναι ακόμα εκεί μέσα… Με τόσα λεφτά που έχει, θα τον έχουνε ήδη  φυγαδεύσει σε κάνα σπίτι και θα την περνάει άνετος και αραχτός. Αφού όποιος έχει λεφτά, δεν κάθεται ποτέ μέσα…

Πόσο δίκιο έχεις, μικρέ!

Και να που το θαύμα έγινε, Μάρτη και όχι Αύγουστο, αλλά Παναγία είναι και όποτε θέλει εκείνη κάνει θαύματα. “Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ”, έλεγε και ξανάλεγε η Παναγία.

“Όλα είναι δρόμος” και εν προκειμένω “όλα είναι χρήμα”. Και τα χρήματα για την εγγύηση βρέθηκαν, πάντα υπάρχει ένα ταμείο για τις δύσκολες ώρες, και οι δοξάζοντες και δοξολογούντες ήταν εκεί, και η θεία λειτουργία, στο όνομα της Παναγίας πάντα, τελέστηκε.

Ο γέροντας ήταν σαν να ην έλειψε μια μέρα. Τι κι αν πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες. «Ο γέροντας λείπει σε ταξίδι για δουλειές» έλεγαν οι μοναχοί.

Γιατί ο ηγούμενος ένα ταξίδι για δουλειές έκανε, όπως κάνουν όλοι μπίζνεσμεν και τα στελέχη των επιχειρήσεων. Και στον Κορυδαλλό για δημόσιες σχέσεις πήγε ο γέροντας. Είναι, πράγματι, κουραστικό να κάνεις για τρεις συνεχόμενους μήνες δημόσιες σχέσεις. Πριν το Πάσχα οι χριστιανοί επιδίδονται σε νηστεία και προσευχή. Ο γέροντας επιδόθηκε σε δημόσιες σχέσεις και προσευχή.

Έτσι η Παναγία εισάκουσε τις προσευχές του μοναχού του ανθρώπου–παράκουσε ή έκανε πως δεν άκουσε τις προσευχές όλων των υπολοίπων- και επηρέασε τον δικαστή που έσπευσε να αποφυλακίσει τον “άκακο” και “ακίνδυνο” γέροντα.

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, ο Χριστός σταυρώθηκε για να αποδείξει ότι η ζωή νικάει τον θάνατο. Στην περίπτωση του “ανήξερου” γέροντα ο σταυρός είναι για τους άλλους και αυτό που νικάει πάντα είναι το χρήμα.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s