Τα μπουλούκια των μαστόρων #1 | του Θωμά Σίδερη

photo: http://ellas2.wordpress.com

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της τουρκικής κατάκτησης, οι επαγγελματικές συντεχνίες έδειξαν ότι είναι ικανές να αντέξουν στη νέα πραγματικότητα, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αδριανούπολη και στη Θεσσαλονίκη. Από την άλλη, η τουρκική εξουσία φρόντισε να με κάθε τρόπο να κατοχυρώσει το θεσμό των συντεχνιών με προστατευτικά διατάγματα, ακολουθώντας εν πολλοίς το πλαίσιο της βυζαντινής νομοθεσίας. Αυτό το έπραξε για δύο κυρίως λόγους:

Αφενός, εξυπηρετούσε την τουρκική διοίκηση, αφού είχε να κάνει με έναν υπεύθυνο, τον επικεφαλής του συναφιού, στο θέμα της είσπραξης των φόρων και αφετέρου, γιατί με τις συντεχνίες είχε οργανωμένους τους τεχνίτες κατά ειδικότητες και έτσι μπορούσε κάθε στιγμή να προμηθευτεί τα αγαθά που ήθελε και στις ποσότητες που απαιτούνταν.

Εκτός από τα βιοτεχνικά ισνάφια που υπήρχαν στις πόλεις και στα χωριά, παρατηρήθηκε το φαινόμενο της συνένωσης μεγαλύτερων περιοχών και της δημιουργίας μεγάλων συντεχνιακών οργανώσεων, με σκοπό την αύξηση της παραγωγής και των αποδόσεων αλλά και τη μονοπώληση κάποιων  αγαθών. Συχνά, στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο συναντώνται κοινωνικές και οικονομικές συσσωματώσεις με μοναδική βιοτεχνική απασχόληση και εξειδίκευση. Για παράδειγμα, η Καστοριά και η Σιάτιστα στη γουναρική, η Δημητσάνα στους μπαρουτόμυλους,  η Στεμνίτσα στα χυτήρια μετάλλων και στη χρυσοχοΐα, ο Κοσμάς Κυνουρίας στην κατασκευή χτενιών για τον αργαλειό (γεωργατζάδες, δηλαδή χτενάδες). Στην Ήπειρο, οι Σουπικιώτες ήταν βαρελάδες ή βαγενάδες, ενώ οι Ζαγορήσιοι ήταν εμπειρικοί γιατροί (βικογιατροί ή κομπογιανίτες) και φουρνάρηδες.

Οι μαστόροι, χτίστες κυρίως, αλλά και από άλλες οικοδομικές ειδικότητες, ονομάζονταν κουδαραίοι στην Ήπειρο και στη δυτική Μακεδονία, ενώ στη Θράκη τους έλεγαν δουλγκέρηδες. Οι μαστόροι αυτοί ήταν ενωμένοι σε οικοδομικές συντεχνίες, τα ισνάφια, από την αραβοπερσική και τουρκική ονομασία τους, ισνάφ ή εσνάφ ή ενσάφ (το συνάφι). Σε κάποιες περιοχές της Πελοποννήσου το μπουλούκι ονομαζόταν και ρουφέτι, από την αραβική λέξη ρουφέτ. Το ισνάφι των χτιστάδων στην Ήπειρο αριθμούσε πάνω από 450 μέλη.

Περιοχές που έδωσαν πλήθος κουδαραίων κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και οι οποίοι έχτισαν γεφύρια, καραβανσαράγια, τζαμιά, εκκλησίες, χαμάμια, αρχοντικά και άλλα κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά, είναι η Βόρεια Ήπειρος, τα χωριά της Κορυτσάς, Χότστα, Μπίγλιτσα, Πλικάτι, Έλοβο, Ραδιμήση[1], Ζουπάνι, τα Χουλιαροχώρια της Ηπείρου, οι Χουλιαράδες, το Βασταβέτσι[2], το Μιχαλίτσι, τα χωριά των Τζουμέρκων, τα Πράματα, τα Άγναντα, το Σκλούπο, η Κουτσοβίστα, οι Ραφταναίοι, η Κουκούλιτσα, η Γρετσίτσα, τα μαστοροχώρια της Κόνιτσας, η Πυρσόγιαννη, η Βούρμπιανη, η Στράτσανη, η Καστάνιανη, το Κεράσοβο, το Κούτσικο, το Ζέρμα, το Λεσκάτσι, οι Χιονάδες απ’ όπου έβγαιναν ξακουστοί ζωγράφοι και καλλιεργήθηκε η αγιογραφία, το Τούρναβο όπου ανέπτυξαν την ξυλογλυπτική, το Ίσβορο, το Λεσκοβίκι, το Πλαβάλι, το Μπλεθίκι, το Καντζάκο, αλλά και τα περίχωρα της Άρτας και της Παραμυθιάς. Σ’ αυτές τις περιοχές πρέπει να προστεθούν τα χωριά της δυτικής Μακεδονίας και ιδιαίτερα τα ορεινά χωριά της Φλώρινας, η Νεγοβάνη (Φλάμπουρο), η Μπελκαμένη (Δροσοπηγή), το Πεντάλοφο, το Επταχώρι, τα ορεινά της επαρχίας Ανασελίτσας, το Βογατσικό, τα χωριά της Σιάτιστας, η Γαλατινή, η Εράτυρα, το Μικρόκαστρο και τα χωριά της Κοζάνης. Από τη Θράκη έδωσαν δουλγκέρηδες οι Σοφίδες της Βιζύης, το Σουφλί, το Ορτάκιοϊ και η Αδριανούπολη.  Στην Πελοπόννησο, την ανέγερση των διδακτηρίων ανέλαβαν μαστόροι από τα Λαγκάδια, την Αγία Βαρβάρα Αιγιαλείας, αλλά και Καλαβρυτινοί τεχνίτες της πέτρας. Οι τελευταίοι δεν κατάγονταν από τα Καλάβρυτα, αλλά από τις Κλουκίνες, μια ομάδα χωριών στις πλαγιές του Χελμού, που ονομάζονταν έτσι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στη Βέροια, εκτός από δυτικομακεδόνες τεχνίτες, φαίνεται πως στις αρχές του 19ου αιώνα εργάστηκαν ντεμπρελίδικα ισνάφια, καθώς και φραγκοτσλήδες μαστόροι από το γειτονικό χωριό Φραγκότσι του Τσοτυλίου.  Οι κουδαραίοι από το Φλάμπουρο, ένα από τα μεγαλύτερα μαστοροχώρια της Φλώρινας, τη παλιά Νεγοβάνη, ταξίδευαν μέχρι τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για τους τεχνίτες αυτούς είναι ότι ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν το σιαούλι, δηλαδή το νήμα της στάθμης, προκειμένου να φτιάξουν ίσιους τους πέτρινους τοίχους αλλά και τα πεζούλια. Τα κτίρια όμως που οικοδομούσαν, τα έφτιαχναν με σαχνισιά και ξυλοδεσιές, όπως ακριβώς στη Β. Ήπειρο, απ’ όπου κατάγονταν (από το χωριό Ραδιμήση που προαναφέρθηκε).  Άλλοι δυτικομακεδόνες μαστόροι έφταναν μέχρι τη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία.


[1] Αργότερα, οι κάτοικοι του χωριού μετανάστευσαν στη Φλώρινα και έχτισαν το χωριό Νεγοβάνη που σήμερα πια ονομάζεται Φλάμπουρο.

[2] σημερινό Πετροβούνι

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s