ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ

Ο Γιώργος μέχρι τα πενηνταέξι του δούλευε σαν οδηγός σε διάφορες εταιρείες. Η τελευταία του δουλειά ήτανε σε μια αλυσίδα με ηλεκτρικά, από αυτές που μπαίνεις μέσα και φεύγεις με το ψυγείο στην πλάτη. Την ώρα εκείνη που τρέχεις προς την έξοδο και ο σεκιούριτι σε κοιτάει με μισό μάτι, δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις ότι θα το κουβαλάς για τα επόμενα σαράντα χρόνια.

Για την εταιρεία που δούλευε ο Γιώργος δεν υπάρχουν άνθρωποι και εμπορεύματα. Όλα είναι εμπόρευμα. Και δρόμος. Και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε εκεί που ξεκίνησε. Στο δρόμο.

Πλησίον της σύνταξης και με δυο παιδιά στο πανεπιστήμιο, άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Οι σφαλιάρες έρχονταν η μία μετά την άλλη. Ένα χρόνο έμεινε έτσι. Μετά άρχισε να φιλά κατουρημένες ποδιές και να γλύφει χέρια και πόδια σε βουλευτές, τοπάρχες, δημάρχους και σε μια σειρά άλλους, λαμόγια και παρατρεχάμενους, μπας και του βρουν τίποτα.

Η συναλλαγή κάποια στιγμή απέδωσε καρπούς. Τον πήρανε για ένα οχτάμηνο οδηγό σε κάποιον δήμο να μοιράζει συσσίτιο σε φτωχούς και άπορους. Κάθε μεσημέρι ο Γιώργος άφηνε μια φρατζόλα ψωμί κι ένα κεσεδάκι φαί πάνω σ’ ένα φαγωμένο πεζούλι ή το έδενε στα σίδερα μιας κλειστής καγκελόπορτας. Πίσω από το πεζούλι και τα σίδερα της πόρτας μόνο σιωπή. Πάντα σιωπή. Και άδεια βλέμματα.

Ένα απόγευμα, λίγο πριν λήξει το οχτάμηνο, άφησε το αυτοκίνητο του δήμου στο γκαράζ και πήρε το μηχανάκι του να πάει σπίτι του. Λίγα μέτρα παρακάτω, τον έκλεισε μια νταλίκα και τον πέταξε έξω από το δρόμο. Ο Γιώργος μεταφέρθηκε σε αφασία στο νοσοκομείο. Έμεινε στην εντατική δυο μήνες. Τον ξέχασαν όλοι. Ένας δυο φίλοι στην αρχή, από ενδιαφέρον, και μετά κανένας και τίποτα.

Ο Γιώργος όμως είναι παλικάρι και τα κατάφερε. Τον ξανάδα τυχαία ένα πρωινό στο δρόμο. Ήτανε χλωμός και κούτσαινε. Λίγο.

«Είχα να βγω τέσσερις μήνες από το σπίτι», μου λέει.
«Και για πού το ‘βαλες έτσι φουριόζος», τον ρωτάω.
«Πάω να παρακαλέσω. Θέλω ξανά μια δουλειά. Όλους αυτούς τους μήνες δεν είχα τίποτα από πουθενά. Εγώ που πήγαινα το συσσίτιο στους άλλους, τώρα το φέρνουν και σε μένα. Ντρέπομαι τη γειτονιά, αλλά τι να κάνω; Ξέρεις, και τον καινούριο οδηγό που βάλανε στη θέση μου, Γιώργο τον λένε κι αυτόν».

O Γιώργος στα πενηνταοχτώ του πια, ακόμα πιο κοντά στη σύνταξη, βρήκε τις πόρτες ερμητικά κλειστές. Ούτε μια χαραμάδα.

«Η κρίση είναι μια καλή δικαιολογία για όλους. Όμως εγώ, πέρα από τα λεφτά, χρειάζομαι και τα ένσημα. Δε μπορώ ν’ αφήσω να πάνε τόσα χρόνια δουλειάς χαμένα», μου είπε κάποια άλλη φορά που τον συνάντησα. Ήταν και η τελευταία.

Ένα απόγευμα που γύριζα στο σπίτι μου μετά τη δουλειά, είδα να έχουν κλείσει τον δρόμο με κόκκινη κορδέλα. Πίσω από αυτήν δύο περιπολικά, ένα ασθενοφόρο και ένα όχημα της πυροσβεστικής. Δεν έδωσα σημασία. Έκανα την παράκαμψη βαριεστημένος και σιχτιρίζοντας τον εαυτό μου που επέλεξα τη συγκεκριμένη διαδρομή.

Σχεδόν ένα μήνα μετά πληροφορήθηκα από κάποιον γνωστό ότι η παράκαμψη εκείνου του απογεύματος σχετιζόταν με το Γιώργο. Ο Γιώργος, απομονωμένος κι απελπισμένος, έβαλε φωτιά στο σπίτι του κι ανέβηκε στην ταράτσα, φωνάζοντας τον Γιώργο που τον είχε παρασύρει και σκοτώσει η νταλίκα. Γιατί για το Γιώργο, ο Γιώργος είχε πεθάνει μέσα του μήνες πριν.

Σήμερα ο Γιώργος νοσηλεύεται στο Δαφνί. Και είναι μόνος. Μόνος κι απελπισμένος.

>>> Το κείμενο περιέχεται στο βιβλίο του Θωμά Σίδερη “Αυτόν τον καφέ στον χρωστάω”, εκδόσεις BROKEN HILL, 2012

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s