Από τους δρόμους της Βομβάης στους χωματόδρομους της Αμφιάλης

 Η Nargis & ο Raj Kapoor στην ταινία “Awara” του 1951.
Η Nargis & ο Raj Kapoor στην ταινία “Awara” του 1951.

Μαγκάλα, το ρόδο των Ινδιών ήταν ο τίτλος μιας από τις πιο γνωστές ταινίες του ινδικού κινηματογράφου με τα περίφημα επικά μουσικά μελοδράματα. Φιλμ όπως Ο αλήτης της Βομβάης, Τίποτα δε θα μας χωρίσει και Γη ποτισμένη με ιδρώτα έμειναν ιστορικά δείγματα αυτού του κινηματογραφικού είδους που πέρναγε στο πανί με έναν ιδιαίτερο επικό τρόπο τον πολιτισμό μιας απέραντης χώρας. Βέβαια, το πρώιμο στάδιο της ινδικής επιρροής δεν είχε αυτές τις πολιτισμικές αιχμές, αλλά πρότυπα του ινδικού σινεμά όπως τη Ναργκίς και τον Ρατς Καπούρ, και μια εν δυνάμει ανθρωποκεντρική αντίληψη για την απανταχού φτώχεια και τους πονεμένους έρωτες, διανθισμένα με μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα.

Τα «ελληνικά» τραγούδια που γράφηκαν με αφορμή τη μεγάλη επιτυχία που γνώριζαν στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι ινδικές ταινίες ήταν πάμπολλα. Εκτός της επιρροής που δέχτηκε το λαϊκό τραγούδι από μουσικής πλευράς, συχνά και η θεματολογία του εύρισκε διέξοδο στις «άλλες πολιτείες», τις ονειρικές γυναίκες και τον εξωτισμό. Οι όμορφες μελαψές ερωτικές σειρήνες του λατρεύτηκαν, και μαζί με τους μακρινούς εξωτικούς τόπους της φυγής στο ανέφικτο και το φανταστικό έθρεψαν το όνειρο μιας ολόκληρης «πικραμένης γενιάς», με αυτά τα μαγικά μικρά τρίλεπτα παραμύθια και ταξίδια. Μέσα σε αυτό το πνεύμα έλαμψε το άστρο του Τσιγγάνου τραγουδιστή Μανώλη Αγγελόπουλου, η περίπτωση του οποίου επιβεβαίωσε, για μία ακόμη φορά, το πεπρωμένο, τη μοίρα των Τσιγγάνων του κόσμου να ζουν και να αναπνέουν με τη μουσική.

«Το αραβικό στυλ, τα νταλκαδιάρικα τραγούδια, από μένα ξεκίνησαν. Έχω ταξιδέψει Τουρκία, Ινδία, Αραβία, Ισπανία, και έχω δανειστεί στοιχεία από τη μουσική τους. Μουσική δεν ξέρω, αλλά είμαι Τσιγγάνος και είναι μέσα στις φλέβες μου το τραγούδι», έλεγε ο Μανώλης Αγγελόπουλος σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία τον Ιούνιο του 1983, που έγινε με αφορμή της εμφανίσεις του στον Λυκαβηττό μ’ εκείνες της πολυσυζητημένες βραδιές που οργάνωσε το περιοδικό Ντέφι, και η ζωντανή μετάδοσή της από την κρατική τηλεόραση προκάλεσε την αντίδραση μερίδας του τύπου και, κυρίως, ορισμένων δημοσιογράφων οι οποίοι υπερέβαλαν και προέβαλαν εαυτούς ως  εκτιμητές και προστάτες της πολιτιστικής και κοινωνικής, αθηναϊκής ζωής, μιλώντας για «τουρκόγυφτους» και άλλα τέτοια ακατάληπτα.

*   *   *

Τα ακριβή στοιχεία για τη γέννηση του Αγγελόπουλου είναι χαμένα κάπου στις μνήμες της μητέρας του Ερασμίας και τις αφηγήσεις του ίδιου.

Τσιγγάνικο κάρο την ώρα της επισκευής του.
Τσιγγάνικο κάρο την ώρα της επισκευής του.

«Γεννήθηκα το 1939 στην Καβάλα, από τσιγγάνους γονείς, που ξεκίνησαν από τις Ινδίες, και πέρασαν από Αίγυπτο και Ρουμανία». Κάποιες άλλες φορές έλεγε ότι γεννήθηκε στη Δράμα. Η μητέρα του θυμόταν ότι γεννήθηκε Οκτώβρη κι ενώ το καραβάνι τους, μια σειρά από κάρα με τέντες, είχε ξεκινήσει από την Αλεξάνδρεια, για κάποια κοντινή επαρχία. Ήταν 20 χρόνων κι ο Μανώλης το πρώτο της παιδί. Τον περισσότερο καιρό ταξιδεύανε και κάποτε βρέθηκαν από την Αίγυπτο στην Κρήτη, όπου έζησαν αρκετά χρόνια. Πρώτα στα Χανιά και αργότερα στο Ηράκλειο. Οι μετακινήσεις τούς έφεραν στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκαν, στα Πετράλωνα και στην Αγία Βαρβάρα. Τον πατέρα του τον έχασε όταν ήταν 13 χρόνων. Προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του, τη μητέρα του και τον μικρό του αδελφό Λευτέρη, βγήκε στους δρόμους ως πλανόδιος πωλητής.

Σε μια συνέντευξή του που έδωσε το 1963 στη Μίνα Σημηριώτη και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Ντομινό με τίτλο Το άστρο του Τσιγγάνου, ο Μανώλης Αγγελόπουλος θυμάται:

EIKONA 20
Ο Μανώλης Αγγελόπουλος με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

«Σαν έγινα 15 χρονώ ανάλαβα τη δουλειά του πατέρα μου. Φόρτωσα χαρούμενος στον ώμο μου τα χαλιά και ξεκίνησα τραγουδώντας. Και πέρασε καιρός, δυο χρόνια ακόμα, που γύριζα όλη μέρα στους δρόμους. Συχνά πήγαινα στα Ταμπούρια και στην Αμφιάλη. Χωματόδρομοι και προσφυγικά. Εργάτες στο λιμάνι και παράγκες. Φτώχεια, αλλά έξω καρδιά. Εγώ πάντα ήμουν με το γέλιο και με το τραγούδι στο στόμα. Ένα βράδυ, στην Αγία Βαρβάρα, είχα πάει στον κινηματογράφο. Όταν σχόλασε, δώδεκα η ώρα, γύριζα σπίτι μου. Είχε φεγγάρι, ήταν γλυκιά η νύχτα και το είχα ρίξει στο τραγούδι. Πίσω μου έρχονταν δυο άντρες. Εγώ δεν έδωσα σημασία. Σε μια στιγμή, αφού τελείωσα το τραγούδι μου, κοντοστάθηκα ν’ ανάψω τσιγάρο και μόλις έκανα να προχωρήσω ακούω τον έναν και με φωνάζει:

“Βρε καλόπαιδο, για στάσου!”

Στάθηκα, γύρισα κοίταξα τον άνθρωπο που μιλούσε και ρώτησα:

“Σε μένα μιλάς;”

“Ναι, μου είπε μ’ ένα παράξενο χαμόγελο, σε σένα. Ποιανής γιος είσαι, βρε;”

Το θάρρος που έδειξε και το ύφος του με παραξένεψαν και με εκνευρίσανε λίγο. Επειδή όμως τον καταλάβαινα δικό μας, απάντησα:

“Της Ερασμίας”.

“Το ξέρεις ότι έχεις ωραία φωνή;”

“Δεν πιστεύω τίποτα! Κι ύστερα, δε σε ξέρω. Ποιος είσαι;”

“Ρώτα τη μάνα σου να σου πει ποιος είναι ο Ανέστης ο Αθανασίου”.

Ο Αθανασίου ήταν τσιγγάνος τραγουδιστής και μπουζουξής που είχε μεγάλη επιτυχία. Εγώ, όμως, δεν είχα ιδέα, δεν τον ήξερα. Μαζί του ήταν ένας άλλος καλλιτέχνης, ο Θανάσης Λαγουρός. Ο Ανέστης μού είπε: “Άκουσέ με, έχεις φωνή που αξίζει πολλά, μην την αφήσεις να πάει χαμένη. Πάρε αυτή τη διεύθυνση”.

Μου έγραψε τη διεύθυνση του εργοστασίου της Κολούμπια στο πακέτο από τα τσιγάρα μου.

“Έλα το Σάββατο που έχουμε φωνοληψία, μου είπε. Θα είμαι κι εγώ και θα τα ξαναπούμε. Να ’ρθεις, όμως!”

Με καληνύχτισε κι έφυγε. Ώσπου να ’ρθει το Σάββατο ζούσα σ’ έναν κόσμο άλλο, δεν είχα το μυαλό μου στο κεφάλι, τραγουδούσα δυνατά και άκουγα τον εαυτό μου, προσπαθούσα να δω τι το ιδιαίτερο είχα. Μα δεν καταλάβαινα. Επιτέλους ήρθε το Σάββατο. Ντύθηκα και πήγα στον Περισσό, όπου είναι το εργοστάσιο, με καρδιά που χτυπούσε σαν ντέφι. Βρήκα κόσμο μαζεμένο εκεί. Κάθισα σε μια γωνιά και περίμενα να δω τον Ανέστο. Έκανε φωνοληψία. Πέρασε ώρα πολλή. Σε μια στιγμή βγήκε έξω και με είδε.

“Περίμενε, μου είπε, σε λίγο θα περάσεις μέσα να σ’ ακούσουνε”.

Και μ’ άφησε πάλι μόνο. Όταν μπήκαν οι άλλοι μέσα μπήκα κι εγώ μαζί τους. Μ’ ακούσανε, αλλά δεν έκανα καμιά ξεχωριστή εντύπωση φαίνεται, γιατί δε μου έδωσαν σημασία. Δεν μου είπαν τίποτα. Έφυγα τρομερά απογοητευμένος».

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s