Μαγκάλα, το ρόδο των Ινδιών, αλλά και λαϊκό κέντρο στο Κερατσίνι

Το κέντρο Μαγκάλα βρισκόταν στη συμβολή των οδών Γρ. Λαμπράκη και Δημοκρατίας.
Το κέντρο Μαγκάλα βρισκόταν στη συμβολή των οδών Γρ. Λαμπράκη και Δημοκρατίας.

γράφει ο ΘΩΜΑΣ ΣΙΔΕΡΗΣ

Στην ίδια συνέντευξη, ο Μανώλης Αγγελόπουλος μιλά για τα λαϊκά κέντρα της εποχής και στέκεται ιδιαίτερα στη Μαγκάλα, το περίφημο στέκι στο Κερατσίνι.

«Αφού αρχίσαμε πρόβες πια για να γυρίσω τους δίσκους εγώ είχα πάρει θάρρος και έβλεπα τη ζωή με διαφορετικό μάτι. Στο μεταξύ, τα ναύλα μου μού τα έδιναν πότε ο καλός φίλος μου Τάσος Δημόγλου και πότε ο Γιάννης Πολίτης. Μια μέρα σκέφτηκα πως δεν πηγαίνει έτσι άλλο… Καμιά δουλειά δεν μπορώ να βρω; Κάπου να τραγουδάω κανένα τσιγγάνικο. Με πήραν και με πήγαν στην Κολούμπια, στον κύριο Μηλιόπουλο. Του είπα τις ανάγκες μου και του ζήτησα δουλειά. Εκείνος τότε σκέφτηκε και ύστερα κάλεσε τον στιχουργό Χρήστο Κολοκοτρώνη που είχε ένα κέντρο και μ’ εμπιστεύτηκε σ’ αυτόν. Το κέντρο τού Χρήστου Κολοκοτρώνη λεγόταν Απόψε φίλα με. Εκεί τραγουδούσαν η Σωτηρία Μπέλλου, ο Στράτος Παγιουμτζής κι ο Καραπατάκης. Δάσκαλοι όλοι, θαυμάσιοι για μένα τον αρχάριο. Στο μαγαζί αυτό γνώρισα μια πρώτη αλλά σημαντική επιτυχία. Τραγουδούσα ένα τσιγγάνικο τραγούδι που λεγόταν Νταμ – νταμ, δηλαδή αγάπη τσιγγάνικη. Την πρώτη φορά που με παρουσίασαν στο μικρόφωνο ένιωσα μεγάλη συγκίνηση. Με παρουσίασε με πολύ θερμά λόγια ο Κολοκοτρώνης. Ο κόσμος ενθουσιάστηκε μόλις μ’ άκουσε. Πήρα το πρώτο χειροκρότημα. Ύστερα από λίγο καιρό είχα γίνει πολύ γνωστός κι ας ήμουν στα πρώτα μου βήματα. Καλλιεργούσα τη φωνή μου στο μεταξύ και περίμενα πια ν’ αρχίσω ν’ ανεβαίνω τα σκαλοπάτια! Αυτό δεν άργησε να γίνει. Όταν τελείωσε η σεζόν στο κέντρο του Κολοκοτρώνη είχα αμέσως πρόταση. Ήρθαν και με πήραν να τραγουδήσω στο κέντρο Στου Θείου, στις Κουκουβάουνες. Το συγκρότημα ονομάστηκε ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ – ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ. Τοιχοκολλήθηκαν μονόφυλλα, έγινε μεγάλη διαφήμιση και η πρεμιέρα μας υπήρξε θριαμβευτική. Ο κόσμος άρχισε να με αποθεώνει. Κάθε βράδυ το κέντρο ήταν γεμάτο κόσμο. Άρχισα να δίνω και τα πρώτα μου αυτόγραφα. Με βάζανε να υπογράφω πάνω σε κουτιά από τσιγάρα, σε χαρτιά, σε χάρτινες πετσέτες… Ύστερα μου είπαν πως έπρεπε να βγάλω φωτογραφίες και να υπογράφω σ’ αυτές. Το έκανα κι αυτό. Κι άρχισε να μ’ αρέσει που ο κόσμος με πρόσεχε. Εκεί έμεινα έξι μήνες. Ύστερα δούλεψα στον Πράσινο Μύλο (μετέπειτα Έξι αδέλφια και Μαντουμπάλα. Εκεί κορυφώθηκε η επιτυχία μου. Στο διάστημα που δούλευα σ’ αυτά τα μαγαζιά είχα γυρίσει αρκετούς δίσκους. Ανάμεσά τους ένα τραγούδι, η Μαγκάλα. Τη Μαγκάλα είχε γράψει ο Καραπατάκης. Το τραγούδι αυτό, που ασφαλώς το ξέρετε όλοι, εκείνη την εποχή χαλούσε κόσμο. Ακουγόταν απ’ τα ραδιόφωνα… Ένα μεσημεράκι καθόμουν και συζητούσα με τη μητέρα μου στη λιακάδα, όταν ήλθαν στο σπίτι μου δυο κύριοι άγνωστοί μου. Ήταν οι αδελφοί Χατζηβαρδάκου, που είχαν το γνωστό κέντρο στο Κερατσίνι. Μπήκαν μέσα, κάθισαν, όλο χαμόγελα και χειραψίες. Τους προσφέραμε γλυκά και καφέ, και σε μια στιγμή μού λέει ο ένας:

“Ποιο είναι το μεροκάματό σου, Μανώλη;”

Τον κοίταξα, δίστασα, αλλά του απάντησα γιατί κατάλαβα πως θα μου έδινε περισσότερα.

“Διακόσιες δραχμές”, του είπα.

“Έρχεσαι στο μαγαζί μας με πεντακόσιες;”

Ούτε μια στιγμή δεν δίστασα. Πεντακόσιες δραχμές τη βραδιά σ’ ενάμιση χρόνο επαγγελματικής εργασίας δεν ήταν μικρό πράγμα. Εκεί, στο κέντρο Χατζηβαρδάκου, γνώρισα και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το βράδυ που έκανα την πρώτη εμφάνιση μου με παρουσίασε ο Μπιθικώτσης, με θερμότατα λόγια. Δεν μπορώ να ξεχάσω το θερμό χειροκρότημα που με υποδέχτηκε. Ο κόσμος με γνώριζε από την επιτυχία του δίσκου μου πιο πολύ παρά από τις εμφανίσεις μου στα κέντρα. Η διαφήμιση που μου είχε γίνει προηγουμένως από τους καταστηματάρχες είχε γεμίσει το μαγαζί. Έγινε χαλασμός κόσμου. Με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση είχαμε γίνει καλοί φίλοι. Έγραψα, μάλιστα, σε δίσκο κι ένα τραγούδι δικό του που σημείωσε επιτυχία, το Φεγγάρι χλωμό. Όπως κι αν το κάνω, όμως, στη Μαγκάλα επανέρχομαι. Δεν υπήρξε μονάχα η αφετηρία της καριέρας μου, αλλά στάθηκε μια επιτυχία εκπληκτική. Έκανε θόρυβο σαν να ’σκασε βόμβα με πυροτεχνήματα. Πετάχτηκε η επιτυχία της ψηλά, ψηλά, τόσο που δεν πίστευα στα μάτια μου, δεν πίστευα στ’ αυτιά μου που ακουγόταν αυτό το τραγούδι απ’ όπου κι αν περνούσα. Κάθε σπίτι, κάθε ραδιόφωνο, κάθε πιτσιρίκος στον δρόμο, όπως κάθε χτίστης σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά, τη Μαγκάλα τραγουδούσε».

Σ’ έχω βάλει μέσα στη καρδιά μου

αχ! Μαγκάλα κόρη του μαχαραγιά

τα γλυκά σου μαύρα μάτια

λάμπουνε σαν τα διαμάντια

και μ’ ανάψανε φωτιά

αχ! δεν αντέχω πια

αχ! κόρη του μαχαραγιά…

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s