Το δίκαιο (;) της πυγμής στη σχολική καθημερινότητα

γράφει η Λένα Αναγνωστοπούλου, Εκπαιδευτικός, Διευθύντρια του γ’ Γυμνασίου Κερατσινίου

bullyΈνα από τα θέματα που απασχολούν την κάθε  σχολική κοινότητα εδώ και αρκετά χρόνια είναι η ενδοσχολική βία. Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζουμε τη σκόπιμη και επαναλαμβανόμενη πρόκληση βλάβης  ενός μέλους της κοινότητας σε κάποιο άλλο. Συχνά συγχέεται με την επιθετική συμπεριφορά ενός μαθητή σε κάποιον άλλο, συμπεριφορά η οποία είναι μεν καταδικαστέα, δεν έχει όμως επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα.

Η βία είναι ίσως η πιο πιστή συνοδός της ιστορίας του ανθρώπινου γένους  και φυσικά δεν είναι προϊον του καιρού μας.Υπήρχε πάντα, με διαφορετικές μορφές, εκφάνσεις και αιτιολογία. Κύριο στοιχείο της είναι η επιθετικότητα, εγγενές χαρακτηριστικό στον άνθρωπο, το οποίο καλλιεργείται, χαλιναγωγείται και διαμορφώνεται από τις πολιτιστικές αξίες και την κοινωνική αντίδραση.

Κάθε  άνθρωπος ή  ομάδα αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει, αξιολογεί, αντιμετωπίζει το ίδιο κοινωνικό  φαινόμενο, ή μια συμπεριφορά  με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αυτό εξαρτάται από τις επικρατούσες κατά τη συγκεκριμένη περίπτωση συνθήκες. Κατ’ επέκταση και το υπό εξέταση θέμα έχει διαφορετική μορφή   στο Γυμνάσιο (ως προς τη συχνότητα περιστατικών και την ένταση)   απ΄ό,τι στο Δημοτικό και στο Λύκειο.

Υπηρετώντας από το 1994 σε Γυμνάσια στο Κερατσίνι η εμπειρία δείχνει ότι στη συγκεκριμένη βαθμίδα εκπαίδευσης και στο συγκεκριμένο τόπο τα περιστατικά που συνήθως φτάνουν στο γραφείο και στη Διεύθυνση είναι παιδιάστικες αντιδράσεις και συχνά τα παιδιά παραδέχονται ότι δεν έχουν επίγνωση του τι ακριβώς προκαλούν στο συμμαθητή τους: “ Μα δεν έκανα κάτι σοβαρό. Του κατέβασα τα παντελόνια για να παίξω”, “Ήθελα να του δείξω μια σκηνή από το έργο και του έσφιγγα το λαιμό. Δεν έκανα κάτι”  λένε οι  “δράστες”.

Έρευνα που έγινε το σχολικό έτος 2005-2006 στο 2ο Γυμνάσιο Κερατσινίου ( Διευθυντής κ. Λ. Λαζαρίδης, Υπεύθυνες καθηγήτριες κ.κ. Θ. Νιώτη και Γ. Καραδήμα) σε δείγμα 80 αγοριών και 73 κοριτσιών αποκάλυψε τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία: ποσοστό 69,08% των μαθητών του σχολείου είχε δεχτεί επιθετική συμπεριφορά  με τις εξής μορφές :

– Λεκτική προσβολή (30%)  &   Βρισιές (23,93%)

– Απειλή (14,29%)

– Χτυπήματα στο σώμα (8,57%)

– Χτυπήματα στο πρόσωπο (7,14%)

– Περιθωριοποίηση (6,79%)

– Απώλεια προσωπικών αντικειμένων (5,71%)

– Φθορά προσωπικών αντικειμένων (3,57%)

Ερμηνεύοντας τα παραπάνω βλέπουμε ότι τα περισσότερα περιστατικά  σχετίζονται όχι με σωματική αλλά με  λεκτική βία και πρόκληση ψυχικού πόνου.

Τα ίδια δε τα παιδιά  δίνουν αρκετά εύστοχα το προφίλ του επιτιθέμενου και του θύματος:

Ο θύτης “πουλάει μαγκιά ”για να επιβληθεί, έχει πρόβλημα με τον εαυτό του, επιζητά αναγνώριση και εξουσία, νοιώθει συναισθηματική ανασφάλεια και απόρριψη από το περιβάλλον του και αντιδρά έτσι σε προσωπικά του αδιέξοδα. Το θύμα  είναι υποχωρητικός, ήσυχος, καλόβολος τύπος, πιο μικρόσωμος και ευάλωττος σε απειλές, νοιώθει αδύναμος, φοβάται να αντιδράσει, απομονώνεται για ασφάλεια, νοιώθει ενοχές αν μιλήσει και μιλά όταν φτάσει στα όριά του. Σε όλα τα περιστατικά υπάρχουν και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα(συμμαθητές σε ρόλο παρατηρητή ή συνένοχου με τη σιωπή τους, καθηγητές-Διεύθυνση και γονείς), τα οποία με κάποιον τρόπο καλούνται να λάβουν θέση.

Στην ίδια έρευνα, το 73% των θυμάτων δε ζήτησε ποτέ βοήθεια από  καθηγητή ή το Διευθυντή γιατί υποστήριξε ότι:

“μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνος μου” (45,78%), “έχω δεχτεί απειλή”(21,69%), “θα με πουν μαμμόθρεφτο”(16,27%), “ο καθηγητής μπορεί να μη με πιστέψει”(13,86%) και “ ο Διευθυντής είναι ελαστικός”(2,41%). Η τελευταία εκδοχή ελέγχεται ως προς την αλήθεια της γιατί μπορεί να αποτελεί υπεκφυγή, δεδομένου ότι ο Διευθυντής ως υπεύθυνος για την ομαλή πορεία και τη λειτουργία μιας κοινωνίας ανθρώπων οφείλει να αντιμετωπίζει με τη δέουσα σοβαρότητα κάθε περίπτωση διασάλευσης των σχέσεων της ομάδας  στην οποία προΐσταται.

Το ζητούμενο είναι τι μπορούμε να κάνουμε όταν κάποιο περιστατικό φτάνει στο Γραφείο :

Φυσικά η πρόληψη είναι προτιμότερη από τη θεραπεία. Γιαυτό η κουβέντα-ιδίως στην  Α΄τάξη όπου διαμορφώνεται η νέα ομάδα- περί των επιθυμητών σχέσεων  όλων των μελών της σχολικής κοινότητας και η χρήση παραδειγμάτων (προς μίμηση ή αποφυγή) θα μπορούσε να βοηθήσει. Επίσης η ανάπτυξη σχολικών δραστηριοτήτων διοχετεύει τη φυσική ζωηράδα και ένταση της ηλικίας σε δημιουργικές ενασχολήσεις, καλλιεργεί το ομαδικό πνεύμα και διδάσκει στάσεις και συμπεριφορές όχι με το λόγο, αλλά  με το βίωμα. Η εμπειρία έχει δείξει αύξηση παραβατικής συμπεριφοράς σε σχολικά έτη χωρίς υλοποίηση σχολικών δραστηριοτήτων.

Όταν καταγγελθεί ένα επεισόδιο καλό είναι να ακούσουμε με προσοχή, ηρεμία και ψυχραιμία και τα δύο μέρη, ώστε να υπάρξει κατά το δυνατόν δίκαιη κρίση κι όχι αίσθηση μεροληπτικής στάσης. Αναζητάμε τις πιθανές αιτίες της συγκεκριμένης συμπεριφοράς (αστειότητα; άγνοια κινδύνου; πρόθεση; προηγούμενα μεταξύ των μαθητών; κλπ).Το να  φέρουμε το δράστη στη θέση του θύματος και να αντιληφθεί το άγχος, την αγωνία, το σωματικό ή -κυρίως-τον ψυχικό πόνο του θύματος όταν το διαπομπεύει δημόσια με ένα κακόηθες παρατσούκλι ή κατεβάζοντας τα παντελόνια σ’ έναν έφηβο με ό,τι αυτό συνεπάγεται, έχει παιδευτική αξία για τον ίδιο το δράστη, ακόμα κι αν εκείνη την ώρα δεν το συνειδητοποιεί.

Θέτουμε όρια στη συμπεριφορά των παιδιών τα οποία και τηρούμε, όπως επίσης καθιερώνουμε ποινές τις οποίες και επιβάλλουμε, εφόσον μετά από σχετικές συζητήσεις και προειδοποιήσεις -όχι όμως ατέρμονες-ο δράστης δε συμμορφώνεται. Είναι σημαντικό όταν φτάσουμε να επιβάλουμε μια ποινή να εξηγήσουμε στο παιδί και το λόγο, να τονίσουμε πως δεν το απαξιώνουμε ως προσωπικότητα αλλά καταδικάζεται η συγκεκριμένη πράξη του. Τότε γίνεται αντιληπτό ότι στόχος μας δεν είναι η εκδίκηση αλλά η προστασία της κοινότητας , η αποκατάσταση της τάξης που διασαλεύτηκε και η αποτροπή εμφάνισης παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον.

Και εφόσον μιλάμε για κοινότητα είναι αυτονόητο ότι χρειάζεται να υιοθετείται κοινή γραμμή σε τέτοια θέματα από το Σύλλογο των Καθηγητών και να συνεργάζονται οι εκπαιδευτικοί με τους γονείς, δεδομένου ότι πολλές αντικοινωνικές συμπεριφορές των παιδιών σχετίζονται-σε πρώτη προσέγγιση-με κάποιας μορφής δυσλειτουργία της οικογένειας. Συχνά είναι αναγκαία και η συνδρομή ειδικού (σχολικού ψυχολόγου) για να μπορέσουμε όλοι να βοηθήσουμε το παιδί να τροποποιήσει ή να εγκαταλείψει μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s