Ο Λούης δε μένει πια εδώ

eikona-32του Θωμά  Σίδερη

Κάποιο απόβραδο, ο Μανώλης Αυτιάς, ο «Λούης» του Περάματος και o ασυμβίβαστος Λούης από τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», πήρε από το χέρι την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και την πήγε στη βάρκα του. «Έλα κυρά μου», της είπε, θα κάνουμε κάτι που δεν το ‘χεις ξανακάνει. Την έβαλε μέσα στη βάρκα και πλέοντας αργά στα μελανά ύδατα του Σαρωνικού την πήγε ως απέναντι, στη Σαλαμίνα. Για τη Λιλή Ζωγράφου, πάλι, «κρεμάστηκε» από ένα μπαλκόνι για να την κοιτάζει που έγραφε πίσω από ένα μισάνοιχτο φωτισμένο παράθυρο.

Το βράδυ εκείνο που προσπαθούσα να μάθω από την κόρη του, την Ειρήνη, ποιος είναι πραγματικά ο Λούης, στο διπλανό τραπεζάκι κάθονταν οι φίλοι του: ο Κώστας Βάρναλης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Φώτης Αγγουλές, ο Τάσος Λειβαδίτης…

Πόσα παιδιά είστε Ειρήνη;

Τα νόμιμα, δύο. Έως τώρα. Ευελπιστούμε να έχουμε τη χαρά να γνωρίσουμε και άλλα.

Από πού περιμένεις τα πιθανά αδέλφια;

Από τα πέρατα της γης. Από παντού.

Μέσα στο σπίτι, τον λέγατε Λούη;

Όχι… Εμένα μου έλεγε να τον λέω «καπετάνιο»… Ο «μπαμπάς» ήταν απαγορευμένη λέξη.

Άλλαξε τη ζωή του το βιβλίο;

Εκτός των συναντήσεων με τους δημοσιογράφους, όχι…

Πώς αντιμετώπιζε τους δημοσιογράφους;

Με καλοσύνη… Ήξερε ότι βγάζουν με πολύ κόπο το ψωμί.

Μίλησέ μου για τη γνωριμία του και τη φιλία του με τον Μουρσελά.

Η φιλία τους χάνεται στο χρόνο. Ίσως στα 1950 και κάτι. Μένανε και οι δυο στα Ταμπούρια. Αλλά επειδή υπάρχουνε διάφορες ιστορίες για τη γνωριμία τους και επειδή και οι δύο είναι υποστηρικτές του μύθου της φιλίας τους, δεν μπορώ να πω με σιγουριά το αντικειμενικό γεγονός που τους έφερε κοντά.

Ποιο ήταν ακριβώς το επάγγελμα του πατέρα σου;

Ναυτικός και καραβομαραγκός. Σε μικρή ηλικία, επειδή ήτανε αριστερών φρονημάτων σε κείνους τους πολύ δύσκολους καιρούς, μέσα στη λαίλαπα των διώξεων, και επειδή ενίοτε δεν του επέτρεπαν να ταξιδεύει, πούλαγε βιβλία.

Πού, σε υπαίθριο πάγκο;

Και σε πάγκο και πόρτα πόρτα πήγαινε.

Τού άρεσε να ταξιδεύει;

Ναι… και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν του άρεσε να είναι κάπου εκατό τοις εκατό και με τα δυο πόδια μέσα. Ό,τι κι αν ήτανε αυτό: οικογένεια… ιδεολογία…

Μιλούσε για τα ταξίδια του;

Όχι πολύ. Ούτε και με ναυτικούς μιλούσε πολύ γι’ αυτά.

Παρότι τριγυρνούσε σε μια περιοχή γεμάτη καράβια…

Οι πιο πολλοί φίλοι του ήτανε ναυτικοί. Ξέρεις, αυτό που αγαπούσε στην ποίηση του Καββαδία, και που συχνά έλεγε, είναι ότι τα ταξίδια ήτανε η αφορμή για τα άλλα μεγάλα ταξίδια, της ψυχής και του μυαλού. Ο Καββαδίας, στα περισσότερα μέρη που αναφέρει, δεν είχε πάει.

Ποιοι άλλοι ποιητές τού άρεσαν;

Ο Βάρναλης, τον οποίο από πολύ μικρή ηλικία με έμαθε να τον απαγγέλω απέξω. Θυμάμαι ότι ήξερα δώδεκα χρονών όλο το «Φως που καίει». Του άρεσε ο Φώτης Αγγουλές. Είχανε κάνει μαζί εξορία. Του άρεσαν και νέοι ποιητές, άγνωστοι.

Ρίζωσε σ’ αυτά εδώ τα μέρη; (σ.σ. στο Πέραμα και στο Κερατσίνι)

Έμενε στο Πέραμα, αλλά ήτανε μονίμως απών. Έφευγε συχνά. Και έμενε και εκτός σπιτιού. Στο Πέραμα επέστρεψε όταν πήρε σύνταξη και γνώρισε νέους ανθρώπους με δημιουργικές ανησυχίες.

Ειρήνη, πώς τον θυμάσαι σαν παιδί;

Ο μπαμπάς μου δεν ήταν ο κλασικός οικογενειάρχης, που όλοι θα είχαν την πατρική του προστασία.

Σου άρεσε αυτό;

Σαν παιδί, ναι. Ασχολούταν μαζί μου και προσπαθούσε να μου δώσει πνευματική καλλιέργεια. Θυμάμαι, με πήγαινε στο βιβλιοπωλείο του Γλέζου. Εκεί γνώρισα καταπληκτικούς ανθρώπους: τον Τσαρούχη, τον Φασιανό, τη Λιλή Ζωγράφου, τον Μιχάλη Κατσαρό. Άλλος ένας ποιητής που του άρεσε. Διαβάζαμε μαζί το «Κατά Σαδουκκαίων».

Αυτό σε έκανε να αισθάνεσαι και εσύ διαφορετική;

Νομίζω ότι όλα έγιναν με πολύ φυσικό τρόπο. Το ότι είσαι αλλιώτικος δεν το συνειδητοποιείς  από την αρχή. Σίγουρα, είχα διαφορετικά ερεθίσματα από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου.

Σου έδινε συμβουλές;

Μόνο μία. Μη γίνεις πουτάνα και ρουφιάνα. Αλλά και πουτάνα να αναγκαστείς να γίνεις, ποτέ σου να μην γίνεις ρουφιάνα.

Είχε κάποιο μότο για τη ζωή;

Δεν ήταν άνθρωπος των κλισέ.

Μια φράση που νομίζεις ότι τον αντιπροσωπεύει;

Στα παιδικά μου χρόνια, τον άκουγα συχνά να λέει μια στροφή από ένα ποίημα του Βάρναλη: «Έτσι να στέκω θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου/ με μάτια να σε χαίρομαι θολά/ και να ‘ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου/ και πίσω αλάργα μου βάσανα πολλά».

Ο πατέρας σου ήτανε διαφορετικός. Η κοινωνία αντέχει τη διαφορετικότητα των ανθρώπων;

Όταν προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, δε σημαίνει ότι απαρνιόμαστε τη διαφορετικότητά μας. Είναι ένας συμβιβασμός για να υπάρξουμε. Το όμοιο φαίνεται στις πράξεις και τις εκφράσεις των ανθρώπων, γιατί κάτω από αυτό υπάρχει ο φόβος. Κι ο φόβος πάει χεράκι χεράκι με την ανθρώπινη φύση.

Πίστευε στους ανθρώπους;

Πίστευε σε αυτό που έλεγε ο Σεφέρης: «ο άνθρωπος είναι μαλακός και αδύναμος σαν το χόρτο». Ο πατέρας μου έλεγε ότι δεν εκτιμάει τους ανθρώπους που δε φοβούνται, αλλά τους ανθρώπους που φοβούνται και επιλέγουν κάτι άλλο. Την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης τη γνώριζε και την κατανοούσε.

Φοβόταν τον θάνατο;

Δεν ξέρω…

Όταν αρρώστησε, άλλαξε κάτι στη ζωή του;

Τον είδα αλλιώς. Ήτανε θυμωμένος.

Γνώριζε;

Όχι… δε γνώριζε ακριβώς την κατάστασή του…

Του έλεγες πάντα αυτά που σκεφτόσουν;

Πάντα! Και δεν ήταν πάντα ευχάριστα και καλά…

Είναι κάτι που δεν πρόλαβες να του πεις;

Πώς βίωνε το ξεπούλημα που ζούμε;

Είχε ξαναδεί το ίδιο έργο. Είχε υποστεί φοβερές διώξεις.  Κάποια φορά συμμετείχε σε μία διαδήλωση κατά της αγγλοκρατίας στην Κύπρο και μοίραζε προκηρύξεις. Τον καρφώσανε, και όταν ήρθε η Ασφάλεια στο σπίτι, βρήκε τις προκηρύξεις στο παλτό του. Οι δικοί του κατάφεραν να τον φυγαδεύσουν. Από τα δεκαπέντε ως τα δεκαεφτά του ζούσε κρυμμένος στη  σοφίτα του σπιτιού του, κάτω από τα κεραμίδια. Κάποια άλλη φορά πήγε στην Κέρκυρα με σκοπό να περάσει στην Αλβανία. Ο βαρκάρης όμως που τον πήγαινε απέναντι τον κατέδωσε, τον κυνήγησαν οι λιμενικοί κι εκείνος έπεσε στη θάλασσα να σωθεί. Τελικώς τον συνέλαβαν. Τότε εξακρίβωσαν και τα στοιχεία του. Του είχαν φάκελο από το εμπορικό γυμνάσιο που πήγαινε, στον Πειραιά. Θεώρησαν ότι είναι στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος και του έκαναν άγρια βασανιστήρια. Στο σώμα του είχαν μείνει τα σημάδια από τις μαστιγώσεις που είχε υποστεί. Δεν πρόδωσε όμως ποτέ κανέναν. Τον φυλάκισαν και τον καταδίκασαν δυο φορές σε θάνατο. Οι δίκες ήτανε στημένες. Οι βασιλικοί επίτροποι μπορούσαν να απαγγείλουν οποιοδήποτε κατηγορητήριο.  Παρόλα αυτά δε διαχώριζε τους ανθρώπους σε αριστερούς και δεξιούς. Αυτό δε σημαίνει ότι συγχωρούσε, απλώς κατανοούσε. Στη φυλακή γνώρισε ανθρώπους και τους έκανε φίλους του για την υπόλοιπη ζωή του. Κάποια εποχή ήταν μέλος του ΚΚΕ αλλά τον διέγραψαν όταν διαφώνησε με την εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία. Από τότε και για το υπόλοιπο της ζωής του έμεινε ανένταχτος.

Μόνο στο Κόμμα;

Στα πάντα.

Τι νομίζεις ότι τον πλήγωνε;

Μου έλεγε ότι στη δίκη της Νυρεμβέργης ένας γερμανός αξιωματικός είχε πει ότι οι αντάρτες του Τίτο πολεμάγανε λυσσαλέα. Για τους έλληνες είχε πει ότι υπάρχουνε γυμνοσάλιαγκες και αετοί. Τον πλήγωναν αφάνταστα οι γλοιώδεις άνθρωποι.

Τι αγαπούσε στην Ελλάδα;

Τους ήρωες του ’21. Μου έλεγε πόσο γενναίοι ήταν ο Τερτσέτης και ο Πολυζωΐδης που αρνήθηκαν να καταδικάσουν σε θάνατο τον Κολοκοτρώνη.

Πίστευε στον θεό;

Έλεγε συχνά άλλο να είσαι άθεος και άλλο να μην έχεις τον θεό σου. Δεν ανεχόταν τους παπάδες. Αλλά εμένα δε μου απαγόρεψε να πηγαίνω κατηχητικό. Κάποιες φορές με φώναζε κοντά του και μου διάβαζε τους «Πόνους της Παναγίας» του Βάρναλη.  «Θεριά οι ανθρώποι, όσες φορές κι αν γεννηθείς τόσες θα σε σταυρώσουν…»

Με ποιους περνούσε πιο πολλές ώρες, με τους φίλους ή με την οικογένειά του;

Μπορούσε με μεγάλη ευκολία να κάνει άλλους ανθρώπους οικογένειά του.

Αληθεύει ότι πήγε σχολείο σε μεγάλη ηλικία;

Λόγω της σύλληψής του αποτάχθηκε από το σχολείο. Πήγαινε τότε «Ε’ Γυμνασίου», όπως λέει και ο Τάσος Λειβαδίτης. Ήταν μια ποινή που επέβαλαν τότε στους μαθητές. Αυτό όμως δεν τον έκανε να σταματήσει να διαβάζει. Κάποια στιγμή, ο αγαπημένος του φίλος, ο Βαγγέλης Μαρίνης, ένας από τους «υιοθετημένους» γιους του, δημιούργησε το νυχτερινό γυμνάσιο και λύκειο στο Πέραμα. Σκέφτηκε λοιπόν ο πατέρας μου ότι θα αποτελούσε κίνητρο γι’ αυτά τα παιδιά -που η ζωή δεν ήταν και τόσο απλόχερη μαζί τους- να βλέπουν έναν 75χρονο να κάθεται μαζί τους στα ίδια θρανία. Γράφτηκε και παρακολουθούσε κανονικά τα μαθήματα. Εγώ και ο αδελφός μου, ο Κωνσταντής, πηγαίναμε και παίρναμε τους βαθμούς του από το σχολείο. Μάλιστα, ο Κωνσταντής πήγαινε και δικαιολογούσε τις απουσίες του.

Η σχέση του με τις γυναίκες;

Αγάπης και μίσους. Ήταν άντρας μιας άλλης εποχής. Ξέρω ότι ήταν πολύ λίγες οι γυναίκες τις οποίες προσκυνούσε. Ήταν γυναίκες πολύ αυτόνομες, πολύ ανεξάρτητες, καθώς και οι γυναίκες που του βάζανε όρια. Αγαπούσε τη Λιλή Ζωγράφου, η οποία κάποια στιγμή τον πέταξε έξω από το σπίτι της. Ξέρω όμως μια γυναίκα, τη φίλη του τη Νατάσα, για την οποία δεν είχε πει ποτέ κακιά κουβέντα. Την είχε γνωρίσει στα χρόνια της δικτατορίας στο «Καφέ ντε Μαρσέιγ».

Ήτανε πιο πολύ «Λούης» ή «Μανόλης»;

Ήτανε ό,τι κάθε φορά γούσταρε να είναι.

Ποια είναι η τελευταία φράση που σου είπε;

Την τελευταία φορά που με είδε, μου είπε «γεια σου μούλε, στο καλό», Πάντα με χαρακτήριζε ως «μούλο».

Υ.Γ. Το “m” ευχαριστεί θερμά την Ειρήνη Αυτιά, τον Διαμαντή Καράβολα και τη Νατάσα Χονδράκη για τις καταθέσεις ψυχής. Ευχαριστεί, επίσης, τον Δημήτρη Ψύχα και την αδελφή του, την Αντριάνα, για τη φιλοξενία. Ο “Γλάρος” είναι πάντα φιλόξενος. Πολλές ευχαριστίες και στον Μανόλη Παπανικήτα, που είναι ο ηθικός αυτουργός αυτής της ιστορίας. Έρχεται στο MEDIA SOUP TV το σχετικό βίντεο…

– Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο “Σ’ αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά” του Θωμά Σίδερη, εκδόσεις “Δήμος Κερατσινίου“, 2008

Advertisements

One thought on “Ο Λούης δε μένει πια εδώ

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s