Ζάχαρη στην άκρη | Η σύνθεση ενός μυθοπλαστικού κόσμου

zaharhΔέκα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά μιας φημισμένης λουτρόπολης, στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα μιας βίλας με απέραντους κήπους, άνθρωποι κουρασμένοι κι απογοητευμένοι φτάνουν για μια κούρα είκοσι ημερών. Χαλαρώνουν με λασπόλουτρα, ατμόλουτρα και θεραπευτικά βότανα κι αφήνονται στα επιδέξια χέρια μιας λουτράρισσας, που έχει την ικανότητα να προκαλεί τις εκμυστηρεύσεις τους. Της αποκαλύπτουν στιγμές της ζωής τους που κρατούσαν μυστικές, της εξομολογούνται τις ενοχές και τις αναμνήσεις τους κι ελπίζουν ότι εφέτος θα υλοποιηθεί το «όνειρό» τους. Όμως η μαντάμ Λίλιαν, η «αόρατη» ιδιοκτήτρια της βίλας, μόνο έναν θα επιλέξει –τον εκλεκτό– και αυτού το «όνειρο» θα «πραγματοποιηθεί» μέσ’ από ένα άγριο θεατρικό παιχνίδι στη διάρκεια της μεγαλειώδους παράστασης της εικοστής νύχτας.

Το βιβλίο αποτελεί μια πινακοθήκη με τις προσωπογραφίες των παραθερι­στών της βίλας Λίλιαν, σε κάποιες πε­ρίεργες διακοπές που έχουν σαν κατά­ληξη την τελευταία ημέρα τους, την ει­κοστή, να γίνεται η υλοποίηση των ονεί­ρων ενός από τους παραθεριστές. Προκειμένου να προκαλέσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών η συγγραφέας, κάνει χρήση μιας τεχνικής που χρησιμοποιείται πλατιά στον κινηματο­γράφο αλλά και στο μυθιστόρημα. Η τεχνική αυτή συνίσταται στο να γνω­στοποιηθεί το τέλος, ένα τέλος τραγικό, στην αρχή της αφήγησης. Το τέλος που βλέπουμε εδώ είναι ένας νεκρός άνδρας, καθισμένος στο τραπέζι μιας πανδαι­σίας. Μαθαίνουμε το όνομα του. Λέγε­ται Αργύρης Ματαβίας. Έτσι, αν και η εικοστή ημέρα της υλοποίησης των ονεί­ρων μπορεί να μην αποτελεί για τον α­ναγνώστη την εξαιρετική ημέρα που απο­τελεί για τους παραθεριστές της βίλας Λίλιαν, την περιμένει όμως με την ίδια α­γωνία γιατί ξέρει ότι κάτι ασυνήθιστο, κάτι έξω από τα προβλεπόμενα, και σχε­διασμένα συνέβη εκείνη την ημέρα.

Η τεχνική αυτή αυξάνει το αφηγη­ματικό ενδιαφέρον για γεγονότα που δεν συνδέονται αιτιακά παρά αποτε­λούν περίπου κομμάτια παζλ προσωπογραφιών. Τα γεγονότα που θα αφηγηθεί η Φακίνου, κυρίως flashes back αναμνή­σεων και βιογραφικών, δε θα προκα­λούσαν ποτέ την υποψία μιας τέτοιας -ή έστω ανάλογης – τραγικής κατάληξης, αφού η λογική κατάληξη είναι τόσο δε­δομένη για τους ήρωες όσο και για τον αναγνώστη, το πέσιμο της αυλαίας σε μια γιορτή όπως όλες οι άλλες. Το να μας πει όμως η συγγραφέας ότι υπήρξε κάτι μη αναμενόμενο στην εξέλιξη αυ­ξάνει το αφηγηματικό ενδιαφέρον. Και ένας νεκρός προκαλεί πάντα μεγάλο εν­διαφέρον. Πέθανε άραγε, ή τον σκότω­σαν, και γιατί ή πώς;

Η μεγαλύτερη επιτυχία του συγγρα­φέα είναι να ξεγελάσει τον αναγνώστη. Αν ο αναγνώστης μαντεύσει ποιος είναι ο δολοφόνος, ο συγγραφέας του αστυ­νομικού μυθιστορήματος έχει αποτύχει. Πολλές φορές όμως το ξεγέλασμα μπο­ρεί να οφείλεται σε αφηγηματικές προ­καταλήψεις, όπως για παράδειγμα η προσδοκία για μια αστυνομι­κή εξέλιξη, με βάση τη σκοτεινή φυσιογνωμία της μαντάμ Λίλιαν. Μπορεί όμως η συγγραφέας να επεξεργάσθηκε -έτσι την προσωπογραφία της, ακριβώς για να ξεστρατίσει τον αναγνώστη, κάτι που οι συγγραφείς το κάνουν συχνά.

Όμως η παραπάνω επινόηση στην πλοκή δεν αξιοποιείται μόνο αφηγημα­τικά, αυξάνοντας δηλαδή το ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη του μύθου. Η συγ­γραφέας μάς διεγείρει μ’ αυτό τον τρό­πο και συναισθήματα που προσιδιάζουν στην τραγωδία: έλεος και φόβο για τον ήρωα που ξέρουμε το τέλος του, όπως ήξεραν το τέλος των ηρώων οι θεατές των κλασικών τραγωδιών, μιας και τους ήταν γνωστός ο μύθος. Αξίζει να αναφερθεί ότι η τεχνική α­φήγησης του τέλους στην αρχή, ενώ έχει την καταγωγή της στο μοντάζ, στην πραγματικότητα είναι παλιότερη.

Οι παραθεριστές, όλοι τους στην τρίτη ηλικία (ή καλύτερα στην έβδομη, κατά τον ψυχολόγο Έρικ Έριξον) νιώ­θουν τη μελαγχολία των περισσοτέρων γερόντων που δεν πραγματοποίησαν όσα είχαν επιθυμήσει. «Κι εδώ βρίσκεται η αιτία της με­λαγχολίας των περισσότερων ανθρώ­πων», λέει η συγγραφέας. «Στην από­σταση, δηλαδή, του επιθυμητού από το πραγματικό». Η απόσταση θεωρείται για όλους δεδομένη, και έτσι το θέατρο της «πραγματοποίησης των ονείρων» στα μάτια μας φαίνεται προκαταβολικά σαν παρωδία, και έτσι περιγράφεται στο τέλος.

Οι επιθυμίες μας είναι καταδικασμέ­νες στη ματαίωση. Και δεν πρόκειται μόνο για τις «υγιείς» επιθυμίες στερημέ­νων ανθρώπων, όπως του Αργύρη, που μια ζωή στη δίαιτα εξαιτίας του διαβή­τη, λαχταρά τώρα να ξεδώσει στο φαΐ. Είναι και οι απωθημένες ερωτικές φαντασιώσεις, που εδώ, μέσα στην κραιπάλη και στα παραισθησιογόνα που βάζει η Λίλιαν στα ποτά τους βρίσκουν επιτέλους το δρόμο στην ελεύθερη έκ­φραση.

Η Ελευθερία, γυναίκα του Αργύρη, «είχε στολίσει τα μαλλιά της βάζοντας πάνω υπ’ τη μάσκα με τα γα­λάζια φτερά ένα κομμάτι κισσού κι έ­παιζε το κακό, το πονηρό, το απαγορευ­μένο ονείρου της» (έβλεπε τον εαυτό της στον ύπνο της να οργιάζει σαν μαινά­δα). «Η Λούλα είχε πασαλείψει το στή­θος με κρέμα σαντιγύ κι -έβαζε το γελωτοποιό – τροβαδούρο να της το γλύφει». «Χόρευαν όλοι με όλους. Τα ζευγάρια άλλαζαν κάθε δύο τρία λεπτά. Οι γυναί­κες ηθοποιοί είχαν αγκαζάρει τον Ιάσο­να και τον Σπυράκο, ενώ ο Αρχιτελετάρχης δεν άφηνε τη Γιαννούλα από τα χέρια του. Ο γελωτοποιός τροβαδούρος με τη φυσαρμόνικα, χωρίς να πάψει να παίζει, τριβόταν αναίσχυντα πάνω στην Ελευθερία, που το απολάμβανε. Ο Αργύρης είχε σηκώσει στην αγκαλιά του ένα από τα δίδυμα και χόρευε φωνάζο­ντας: Είναι ο Γανυμήδης! Είναι ο Γανυμήδης και είμαι ο Δίας».

Οι επιθυμίες μας είναι καταδικασμέ­νες στη ματαίωση, είμαστε καταδικα­σμένοι να πεθάνουμε με ανεκπλήρωτες τις επιθυμίες μας, μοιάζει να μας λέει η Φακίνου. Οι απόπειρες μας να τις υλο­ποιήσουμε όταν η γεροντική άνοια θραύει τις αναστολές του υπερεγώ είναι αληθινά κωμικές, όταν δεν είναι μοιραί­ες, όπως στην περίπτωση του Αργύρη Μπατανία.

Η Ευγενία Φακίνου στο μυθιστόρημά της αυτό συνθέτει ένα μυθοπλαστικό κόσμο,  ο οποίος διαπνέεται από την καρναβαλική κοσμοθεωρία. Το σχήμα ενός κόσμου αντεστραμμένου ή ριζικά «αλλιώτικου», όπου τα ανόμοια γίνονται όμοια και το αντίστροφο,  όπου τα αντίθετα συγχωνεύονται ή ταυτίζονται σε μια μοναδική έκφραση, δημιουργούν μια τέλεια «τελετή αντιστροφής» στην οποία συνυπάρχουν τα πιο λαϊκότροπα εορταστικά «καρναβαλικά» θέματα: η αναστολή των καθημερινών απαγορεύσεων, η έξαρση της φυσικής,  ζωικής και ανθρώπινης σεξουαλικότητας,  οι μεταμφιέσεις,  οι αντιστροφές των ρόλων και των καταστάσεων,  οι βωμολοχίες,  το γενναίο φαγοπότι,  η μέθη, οι ξέφρενοι χοροί και οι βιαιοπραγίες.

Το στοιχείο του grotesque  αναδύεται και από την περιγραφή των ηρώων του έργου,  κυρίως όμως της μαντάμ Λίλιαν,  η οποία ως απόλυτα καρναβαλική φυσιογνωμία, με τη σημασία που έχει δώσει ο M. M. Bakhtin στην έννοια, εμφανίζεται με υπερτονισμένα,  σχεδόν δύσμορφα,  σωματικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Η αποτύπωση του μυθιστορήματος πλέκεται γύρω από το θέμα των υλικών-σωματικών απολαύσεων,  του αισθησιασμού και της αποχαλίνωσης μέσω του φαγητού, αφού όλα όχι μόνο ανάγονται στο σώμα,  αλλά υποβαθμίζονται και στις κατώτατες λειτουργίες του.  Στη δομή του παρεισφρέει έμμεσα και η τέχνη του λαϊκού θεάτρου, αφού το μεσαιωνικό φαγοπότι (medieval banquet), στο οποίο επιδίδονται οι ήρωες, με την ανάλογη αμφίεση,  αποτελεί μέρος μιας θεατρικής παράστασης, στην οποία συμμετέχουν τα πρόσωπα του έργου.

Στην απεικόνιση του μυθιστορήματος επομένως εξετάζονται και ερμηνεύονται –εκτός των άλλων- οι grotesque  αναπαραστάσεις δύσμορφων όντων,  αλλά και ο μεσαιωνικός χαρακτήρας του αφηγήματος,  με την έντονη παρουσία του θεολογικού λόγου περί επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, κυρίως όμως εξετάζονται οι ποικίλες αναπαραστάσεις τους στην Τέχνη,  έτσι όπως ενσωματώνονται με τη μορφή «εκφράσεων» στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου.

Ο. Σταθμάρχης

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s