Ο βιολιστής στη μνήμη

bruce nauman_thumbτης Άννας Χατζησοφιά

Ο Γιώργος σπούδασε μηχανικός. Έδωσε αρκετές φορές για να μπει στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, καθώς είχαν περάσει κάποια χρόνια από την ημέρα που αποφοίτησε από το Λύκειο, και όσο νά ναι, η απόσταση από τα θρανία σημαίνει και απόσταση από τα βιβλία. Το Λύκειο το τέλειωσε μεσούσης της Κατοχής, και η Αθήνα δεν ήταν και το ιδανικό μέρος για να στείλει μια μάνα τον γιο της να σπουδάσει. Φτάνει που ο ένας της γιος, ο Κώτσος, είχε ήδη ανέβει στο βουνόΟ Γιώργος ήταν, όπως και οι περισσότεροι νέοι, στην ΕΠΟΝ. Στα πάρτι που κάνανε έπαιζε βιολί. Το βιολί ήταν η μεγάλη του αγάπη, αλλά όχι και των παιδιών του. Όταν το έπιανε, άρχιζαν τα χασκόγελα και τα καθόλου κολακευτικά για τον πατέρα τους λογοπαίγνια, με το Βιολιστή στη στέγη. Ο Γιώργος πιθανά να μπορούσε να είχε γίνει καλός βιολιστής, αν δεν μεσολαβούσε ο πόλεμος, αν δεν σπούδαζε και αφοσιώνονταν στην τέχνη, αν μετά την αποφοίτηση του συνέχιζε τα μαθήματα, αλλά έπρεπε να δουλέψει για να παντρέψει τις αδελφές, αν- αν -αν, αν ζούσε σε άλλη εποχή και σε άλλη χρονική και ταξική συγκυρία.

Όταν πρωτοαπόχτησε βιολί στο Δημοτικό, παρ΄ ότι η οικογένεια του δεν ήταν άμοιρη, είχε εν τούτοις πέντε παιδιά να θρέψει και τι να σου κάνει, δεν του είχε περισσέψει λοιπόν του πατέρα του να του αγοράσει και θήκη. Η μητέρα την βρήκε την λύση, έραψε ένα σακούλι από καρό ασπρόμαυρο ύφασμα κι έβαλε το βιολί μέσα. Το τι κλάμα έριξε ο μικρός Γιώργος δεν περιγράφεται. Να μην θέλει να πάει στο ωδείο με τίποτε, γιατί θα τον λέγανε χωριάτη. Η μάνα του δεν το καταλάβαινε, και η απάντηση της ήταν αποστομωτική «Θα σε νομίζουν για τσελνικούλι», όπου «τσελνικούλι» ο γιος του τσέλνικα ή τσέλιγκα. Προφανώς γιατί το ύφασμα ήταν από αυτό που συνήθιζαν στις στάνες, δεν ξέρω την λογική της Σμαράϊδως, που γενικά είχε μια δικιά της θεώρηση των πάντων. Κάτι λοιπόν το σακούλι, κάτι ο πόλεμος, δεν τελειοποιήθηκε στη πρώτη του αγάπη το βιολί.

Η επόμενη αγάπη του ήταν το Πολυτεχνείο. Εκτός από την παρένθεση της Κατοχής, είχε και την παρένθεση του εμφύλιου. Υπηρετούσε την θητεία του, όταν ξέσπασε ο εμφύλιος και στον έστειλαν στο Γράμμο. Με πολλούς από τους παλιούς του συντρόφους της ΕΠΟΝ απέναντι, κι άλλους τόσους μαζί επιστρατευμένους. Τα βράδια με ένα φίλο του και συναγωνιστή κατέστρωναν σχέδια να λιποτακτήσουν και να περάσουν στην άλλη όχθη. Μια μέρα, ο διοικητής τους μάζεψε όλους, έστησαν στα τρία μέτρα κάποιους άλλους, που το είχαν ήδη τολμήσει, και τους εκτέλεσαν για παραδειγματισμό. Η απόδραση έμεινε άπιαστο όνειρο σαν το βιολί, φρόντιζαν μόνο να ρίχνουν στον αέρα προς τα πάνω, για να μην βρει το βόλι στόχο.

Όταν τέλειωσε, όπως τέλειωσε κι αυτός ο εφιάλτης, έδωσε και ματάδωσε στο Πολυτεχνείο. Πέρασε με την τρίτη ή τέταρτη φορά, μου διαφεύγει, και κατέβηκε στην Αθήνα. Έμενε κάπου στου Χαροκόπου και στην Καλλιθέα, μαζί με τον φίλο του τον Αλέκο που σπούδαζε γιατρός. Ήταν η «χαρούμενη» δεκαετία του πενήντα, τα fifties που λέμε σήμερα, και μαζί με τις μαράκες, το μάμπο, τις ρούμπες, τα στρατοδικεία, τις εκτελέσεις, ήρθε και ο πόλεμος της Κορέας. Μαζί με τους χιλιάδες Έλληνες που θα πήγαιναν να διδάξουν στους κιτρινιάρηδες τα δημοκρατικά ιδεώδη, ήταν και ένας ξάδελφος του Γιώργου. Κατέβηκε αποβραδίς από το χωριό, είχε πάρει άδεια να δει την μάνα του πριν σταλεί στην Ασία, είπε να μείνει το βράδυ για να αποχαιρετήσει τον ξάδελφο και αχάραγα θα παρουσιάζονταν στη μονάδα του. Ήταν αρχές χειμώνα και το κρύο έτσουζε. Δεν ήταν και χτισμένη όπως είναι τώρα η Αθήνα, δεν είχε έρθει ακόμα η εποχή του Καραμανλή και της αντιπαροχής. Κρύωσαν λοιπόν σαν έπεσε η νύχτα, και είπαν να ανάψουν το μαγκάλι. Είχαν πιει και λίγη ρετσίνα, φούντωσαν τα κάρβουνα, άρχισαν τις ιστορίες και για τις γκόμενες και κάπως έτσι ήρθαν και γλάρωσαν γλυκά. Ο ξάδελφος κοιμήθηκε με το ένα μάτι ανοιχτό, γιατί έπρεπε να σηκωθεί κατά τις τέσσερις, είχε βάλει και το ξυπνητήρι μέσα στην κατσαρόλα, και με το που χτύπησε πετάχτηκε. Σηκώθηκε επάνω και τούρθε μια ζάλη, η ατμόσφαιρα ήταν κάπως… Είχαν αποκοιμηθεί χωρίς να βγάλουν το μαγκάλι έξω. Σκούντησε τους άλλους δύο, δεν ξυπνούσαν. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα να μπει κρύος αέρας, έριξε και παγωμένο νερό από την βρύση στο πρόσωπο του και τους άρχισε στα χαστούκια. Ευτυχώς ήταν λίγη ώρα που είχαν αποκοιμηθεί, έτσι τελικά με την συνδρομή της σπιτονοικοκυράς που ήξερε από γιατροσόφια και τα πολλά γλύτωσαν.

Ήταν αρχή της δεκαετίας του πενήντα και θα μπορούσε η ιστορία του Γιώργου και της παρέας του με το μαγκάλι, να είναι μια γλυκιά νοσταλγία για την εποχή που πέρασε: όσο σκληρή κι αν είναι μια εποχή, η απόσταση του χρόνου την ντύνει με μια γλύκα, ίσως την γλύκα της επιβίωσης, γιατί ο Γιώργος την διηγούνταν γελώντας. Ξέρω, όμως, ότι αν ζούσε και άκουγε χθες στις ειδήσεις για τον τραγικό θάνατο των δύο φοιτητών στην πόλη του, τη Λάρισα, από αναθυμιάσεις αυτοσχέδιου μαγκαλιού, θα έπηζε στο κλάμα. Ήταν από τους άντρες που δεν ντρέπονταν να κλαίνε. Αντίθετα τα έμπηζε πρώτος, όταν χρειάζονταν, όπως έλεγε. Θα έβαζε τα κλάματα, μετά θα άρχιζε τα βρισίδια για το «πόσο πίσω μας γύρισαν οι άτιμοι» (άλλη έκφραση θα χρησιμοποιούσε, αλλά έχε χάρη), και στο τέλος για να ξεδώσει, με μια αντίστοιχη λογική του Ζορμπά, θα έπαιρνε το βιολί και θα έπαιζε λίγο άρρυθμα, λίγο ακούρντιστα, το «επέσατε θύματα αδέλφια εσείς σε άνιση μάχη κι αγώνα».

Υ.Γ: Ο Γιώργος πέθανε πέρυσι και το Σαββατοκύριακο είναι το Μνημόσυνο. Δεν μπορώ να παραστώ, για αυτό γράφω αυτό το κείμενο σαν ξόδι και για αυτόν και για τα παιδιά της Φιλιππούπολης.

http://www.rednotebook.gr/details.php?id=8866

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s