Ιστορία μου αμαρτία μου

olaeinaidromos
Από την ταινία «Όλα είναι δρόμος».

του Θωμά Σίδερη

Από πάντα είχα κατά νου να γράψω κάτι για την αμαρτία στο λαϊκό τραγούδι. Κατά τη γνώμη μου, το πιο αμαρτωλό τραγούδι το έχει πει η Ρίτα και δεν είναι άλλο από το Ιστορία μου αμαρτία μου. Απ’ όλο το τραγούδι, ειδικά το δεύτερο κουπλέ, είναι το τελικό στάδιο της κατάβασης στο βόρβορο.
Παρακαλώ πότε να έρχεται το βράδυ
πότε να ‘ρθεί εκείνη η ώρα η γνωστή
που θα φανείς όπως ο κλέφτης στο σκοτάδι
κι απ’ τη λαχτάρα η καρδιά μου θα σφιχτεί[1].

Ένα μεγάλο μέρος της Λαϊκής Απογευματινής ανήκει δικαιωματικά στη Ρίτα Σακελλαρίου. Τη Ρίτα, που γεννήθηκε στη Σητεία τον Νοέμβρη του ‘34, αλλά μεγάλωσε στο Κερατσίνι και πρωτοτραγούδησε στο Πέραμα.

Ο εμφύλιος τη βρίσκει έφηβη στα Ταμπούρια. Ο πατέρας της λείπει στον πόλεμο. Το μαντάτο δεν αργεί να έρθει. Η Ρίτα θρηνεί τον χαμό τού πατέρα της και παράλληλα αντιλαμβάνεται ότι η επιβίωση από δω και πέρα δε θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Παντρεύεται από ανάγκη σε ηλικία 14 ετών και αποκτά δύο παιδιά. Ο γάμος της γρήγορα καταλήγει σε αδιέξοδο και η Ρίτα, μόνη της πια, αποφασίζει να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Πιάνει αμέσως δουλειά ως εργάτρια στα Λιπάσματα και στη συνέχεια στο καπνεργοστάσιο του Παπαστράτου. Δούλεψε ακόμα και στη χωματερή του Σχιστού.

EIKONA 32Η Ρίτα γεννήθηκε με το τραγούδι μέσα της. Οι συνθήκες όμως της ζωής της δεν την άφησαν να κάνει αυτό που ήθελε και ονειρευόταν εξαρχής. Όταν πάντως της δόθηκε η ευκαιρία, την άρπαξε από τα μαλλιά και δεν την άφησε να πάει χαμένη. Αρχικά εμφανίζεται στον Μύλο, ένα κέντρο στην παραλιακή λεωφόρο του Περάματος. Εκεί την ακούει για πρώτη φορά ο Στέλιος Χρυσίνης. Η σπουδαία φωνή της και η πληθωρική της προσωπικότητα τής ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες. Ο Χρυσίνης εντυπωσιάζεται και χωρίς να το πολυσκεφτεί της δίνει τα πρώτα της τραγούδια. Η Ρίτα τα ηχογραφεί και η επιτυχία έρχεται η μία μετά την άλλη. λίγο καιρό μετά τον Μύλο, βρίσκεται στο Φαληρικόν, στην παραλία των Τζιτζιφιών, να κάνει σεγκόντα στον Τσιτσάνη και στον Παπαϊωάννου. Με αυτούς τους δύο σπουδαίους συνθέτες συνεργάστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ οκτώ χρόνια. Ακολουθεί η Τριάνα του Χειλά. Εκεί η Ρίτα είναι πια πρώτο όνομα. Κάθε βράδυ τραγουδά το Ιστορία μου αμαρτία μου και το μαγαζί κοντεύει να γκρεμιστεί από τις επευφημίες και τα πιάτα που σπάζουν κατά στοίβες.

Την ίδια περίοδο γνωρίζει τον δεύτερο άντρα που παντρεύτηκε. Πρόκειται για τον παλαιστή Σιδηρόπουλο. Μαζί ανοίγουν το κέντρο Κουίν Αν στην εθνική οδό. Από τα τραπέζια του περνούν ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, όπως ο τότε αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Σπύρος Άγκνιου, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Άντονι Κουίν και η Μελίνα Μερκούρη με τον Ζυλ Ντασέν. Η φωνή της και το ταμπεραμέντο της πάνω στο πάλκο ξεσηκώνουν τους θαμώνες. Είναι η εποχή των μεγάλων επιτυχιών: Παράνομή μου αγάπη, Κάθε ηλιοβασίλεμα και Αν κάνω άτακτη ζωή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πιστός θαυμαστής της ήταν βέβαια και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’80, που ήθελε πάντα να ακούει, να σηκώνεται πάνω και να χορεύει το τραγούδι της Αυτός ο άνθρωπος, αυτός. Η χρυσή εποχή του «Κουίν Αν» κράτησε πέντε ολόκληρα χρόνια, όσο και ο δεύτερος γάμος της, από τον οποίο απέκτησε ακόμα τρία παιδιά.

*   *   *

Η Ρίτα λοιπόν άνοιξε τον κύκλο των αμαρτωλών τραγουδιών. Ένας κύκλος που μεγάλωσε μέσα στον χρόνο και που όσες φορές και αν τον διατρέξουμε, θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα: ο παράδεισος δεν ήταν παρά ένα στιγμιαίο λάθος. Στο κάτω κάτω η κόλαση είναι πιο ενδιαφέρουσα, μόνο και μόνο για τις ανατροπές και τις εκπλήξεις της.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει η εξής διευκρίνιση. Το αμαρτωλό τραγούδι δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το καψούρικο άσμα. Για παράδειγμα, στο Έρωτά μου αγιάτρευτε[2] -που κατά τη γνώμη μου είναι από τα πιο “πονεμένα” ελληνικά τραγούδια και που ερμήνευσε με συγκλονιστικό τρόπο ο αδικοχαμένος τραγουδιστής Κώστας Κόλλιας[3]– το έντονο ερωτικό πάθος δεν υπονοεί απαραίτητα την αμαρτία ούτε παραπέμπει ευθέως σ’ αυτή. Στο αμαρτωλό τραγούδι ενυπάρχει φυσικά ο απελπισμένος και παθιασμένος έρωτας, αλλά ταυτόχρονα εμπεριέχεται και η έννοια του απαγορευμένου. Το απαγορευμένο είναι ό,τι αποκλίνει από τα κοινωνικά στερεότυπα και πολύ συχνά βρίσκεται στο στόχαστρο της κοινωνικής κριτικής. Ο τρίτος άνθρωπος, ο αγοραίος έρωτας και κάθε μορφή παράνομης ερωτικής συνεύρεσης και συναλλαγής αποτελούν τα κυρίαρχα θέματα των αμαρτωλών τραγουδιών. Το σκηνικό είναι συνήθως νυχτερινό και ενίοτε παρακμιακό: λιμάνια,  σταθμοί τρένων, παλιές καντίνες, γνωστές πιάτσες όπως ο Βαρδάρης, μπαρ και σκυλομάγαζα της επαρχίας. Μέσα σ’ αυτούς τους χώρους το απαγορευμένο απελευθερώνεται και διογκώνεται και φτάνει να ταυτίζεται με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Οι άνθρωποι μπορεί να αποτάσσουν την αμαρτία υποκινούμενοι από διάφορες θρησκευτικές πεποιθήσεις και κοινωνικές στάσεις, αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν τους αρέσει να τη συζητούν και κυρίως να τη σχολιάζουν. Επίσης, οι αμαρτωλοί υποστηρίζουν ότι όσοι γνώρισαν από κοντά το έρεβος έγιναν περισσότερο άνθρωποι, αφού η αμαρτία φωτίζει τη φθαρτή και ανθρώπινη πλευρά του ανθρώπου. Επίσης, υποστηρίζουν ότι τα όρια συμβιβασμού και απόκλισης είναι δυσδιάκριτα και ρευστά και ότι όλοι λίγο πολύ είμαστε με το ένα πόδι στην αμαρτία και στο βούρκο. Όλα τούτα αποτυπώνονται και στα αμαρτωλά τραγούδια. Οι ήρωες έχουν συναίσθηση της κατάστασής τους και μάλλον έχουν αναλάβει την ευθύνη των πράξεών τους. Το περίεργο είναι ότι σε κάποια από αυτά ζητείται άφεση των αμαρτιών και συγχώρεση. Αλλά και αυτό είναι κατανοητό. Ακόμα και ο αμαρτωλός έχει τις αδύναμες στιγμές του.

Η Παράνομη αγάπη -της Ρίτας και πάλι- αποτυπώνει με ρεαλισμό τις υφιστάμενες σχέσεις και αποτελεί ορισμό – κλειδί στο λεξικό της αμαρτίας.

Στην περίπτωση του τραγουδιού Ασφαλώς και δεν πρέπει [4] αποτυπώνεται με τον πλέον ευκρινή τρόπο η κυρίαρχη μικροαστική αντίληψη, ενώ δικαιώνεται πλήρως ο κοινωνικός καθωσπρεπισμός.

Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα
επεράσαμε ωραία λίγες ώρες μαζί
είναι η πρώτη μας νύχτα πρώτη και τελευταία
ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα.

Είμαι εκείνη που είμαι κι έχεις όνομα κάποιο
σε χρυσό κόσμο σάπιο δεν χωράω να μπω
κάνε εκείνο που πρέπει όλα τα επιτρέπει
το δικό σου το πρέπει ένα πρέπει θαμπό.

Το 1982 κυκλοφορεί ο δίσκος Κέντρο Διερχομένων σε μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη και στίχους του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου. Εκεί βρίσκονται και τα Λαϊκά ξενοδοχεία[5].

Βρώμικα ξενοδοχεία δίκλινα δωμάτια
με στεγάζουν από τότε που κυλιέμαι μάταια.
Κάθε βράδυ άλλη παρέα όρεξη να ‘χεις και κέφι
ιστορίες για κορίτσια για μεγάλους και για βρέφη.

Δω συχνάζουν Ηπειρώτες σ’ άλλο ήταν Συριανοί
στο παράλλο Μωραΐτες και στο τρίτο Σφακιανοί.
Γκρίζα είναι τα σεντόνια κι όλο τσαλακώνονται
μαύρη είναι κι η ζωή μας, οι ψυχές λερώνονται.

Ξενοδόχοι στα βιβλία έχουν τα στοιχεία μας
ξέρουνε για μας τα πάντα και την ηλικία μας.
Κάθε βράδυ που γυρίζω κάνω τον φιλόσοφο
και ρωτώ τον ξενοδόχο για το νέο πρόσωπο.

Το Όχι μαζί [6]είναι σκληρό αλλά επιβάλλεται. Η αντίδραση “εγώ ποτέ δεν είπα για το κρεβάτι τους” θα πέσει στο κενό. Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο είναι ότι ακόμα και μέσα σε μια πληρωμένη ερωτική συνεύρεση –ανεξάρτητα από την αποδοχή τού τιμήματος ή όχι- ελλοχεύει το ερωτικό πάθος.

Μην περπατάς μαζί μου να μη σε γράψουνε
με ξέρουνε στην πιάτσα και θα σε κάψουνε
περπάτα στο κατόπι πάνω στα βήματα
εγώ από σένα φως μου δε θέλω χρήματα.

Γυρνάω και σε βλέπω κι αναστατώνομαι
αν είσαι όπως δείχνεις εγώ σκοτώνομαι.
Δε θέλω να μας δούνε μισώ το μάτι τους
εγώ ποτέ δεν είπα για το κρεβάτι τους.

Περπάτα κι ακολούθα, μάθε το σπίτι μου,
να έρχεσαι μονάχος αποσπερίτη μου
κι όταν χτυπάς την πόρτα μες στα μεσάνυχτα
τα παραθύρια μου όλα θα ’ναι ορθάνοιχτα.

fantarosΤο Μείνε κοντά μου απόψε – που περιλαμβάνεται και αυτό στο Κέντρο Διερχομένων- δεν είναι απλά μια παράκληση. Είναι η ανθρώπινη ανάγκη –στην πιο απελπισμένη παραδοχή της- για ψυχική επαφή και συντροφικότητα. Έστω και για μια φορά…

Μείνε κοντά μου απόψε η νύχτα είναι το παν
η νύχτα είναι μαχαίρι γι’ αυτούς που αγαπάν
μες στο σκοτάδι νοιώθω καυτό το σώμα σου
το ψάχνω το χαϊδεύω φιλώ το στόμα σου.

Το αδειανό κρεβάτι φριχτό μαρτύριο
κοντά μου δεν θ’ ακούσεις το σιωπητήριο
πάτα το μηχανάκι για τη μονάδα σου
εγώ θα ‘μαι για πάντα η φιλενάδα σου.

Σαν έρχεται η μέρα βλέπω το ρήμαγμα
την αδειανή ζωή μου και το ξετίναγμα
μείνε κοντά μου απόψε έστω για μια φορά
και το πρωί λεβέντη μου βγες στην αναφορά.

aytiΗ ταινία Αυτή η νύχτα μένει βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή. Ο συγγραφέας έζησε από μέσα τη νύχτα παρουσιάζοντας για πολλά χρόνια διάφορα σόου. Στο βιβλίο του περιγράφει με γλαφυρό καταστάσεις που έλαβαν χώρα σε σκυλάδικα της επαρχίας κυρίως και μιλά για πρόσωπα “που ζουν τον έρωτα με τα όλα του και με τα ωραία του, παράφορα κι απ’ όλες τις μεριές, χωρίς ενδοιασμούς”. Λένε ότι η νύχτα θέλει έρωτα και πράγματα αφανέρωτα. Τη νύχτα οι κόμποι τής γραβάτας χαλαρώνουν και μαζί τους η τήρηση των κοινωνικών κανόνων.

Στην ταινία τη μουσική και τα τραγούδια έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης. Το τραγούδι με το νούμερο οκτώ στο δίσκο λέγεται Η νύχτα βγάζει επίσκοπο [7], όπως και ο τίτλος κάποιου κεφαλαίου τού βιβλίου. Στο τραγούδι αυτό η αμαρτία έχει πολλά πρόσωπα, διάθεση να μπλοφάρει και αυτοκαταστροφική τάση να βυθιστεί σε διάφορες ουσίες και οινοπνεύματα.

Μέσα στην κρεαταγορά
τρεις μάγκες τσιλιαδόροι
φουμάραν παλιοτσίγαρα
γινόντουσαν βαπόρι
φουμάραν παλιοτσίγαρα
και δεν τραβάγαν ζόρι.

Την πέφτει γκόμενα τρελή
κουκλάρα μαυρομάτα
και την κερνάνε μια ψιλή
από την “τσικουλάτα»
και την κερνάνε μια ψιλή
νταμίρα μου φρεγάτα.

Μέσα στην κρεαταγορά
τρεις μάγκες κουμπαράκια
αβέρτα νταμιριάζανε
με κάτι γκομενάκια
αβέρτα νταμιριάζανε
και θέλαν και χαπάκια.

Η μία ήταν κόμματος
και δωσ’ του κι αναφτόνε
κι η άλλη ήταν του Σώματος
Διώξεως κι Ηθώνε…

Η νύχτα βγάζει επίσκοπο
και η αυγή μητροπολίτη
χαλάλισα για σένανε
και οικόπεδο και σπίτι
αμάν κι αυτή η μπούκλα σου
κολάζει αρχιμανδίτη.


[1] Για την ιστορία, στο Ιστορία μου αμαρτία μου τους στίχους έγραψε ο Κώστας Ψυχογιός και τη μουσική ο Γιώργος Μανισαλής.

[2] Τη μουσική έγραψε ο Τάκης Σούκας και τους στίχους ο Ηρακλής Παπασιδέρης. Κυκλοφόρησε σε δίσκο στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

[3] Ο Κ. Κόλλιας σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα λίγο καιρό μετά την ηχογράφηση του τραγουδιού.

[4] Τους στίχους και τη μουσική έγραψε ο Άκης Πάνου, ενώ η Βίκυ Μοσχολιού το “σφράγισε” με την ερμηνεία της.

[5] Τα τραγούδησε η Ελευθερία Αρβανιτάκη.  Γράφει ο Ν. Μαμαγκάκης στο σημείωμα που συνοδεύει την επανέκδοση του δίσκου, τον Μάιο του 1995: “Το πιο σπουδαίο όμως με το «Κέντρο Διερχομένων» είναι ότι έγινε αυτή η μεγάλη τραγουδίστρια που λέγεται Ελευθερία Αρβανιτάκη. Τη βλέπω για πρώτη φορά στα σκαλιά της Lyra και της λέω «Θέλεις να δούμε αυτά τα τραγούδια;» Ένα χρόνο δουλέψαμε. Πάνω στα τραγούδια και πάνω στη φωνή της. Τα τραγούδια δεν ήταν εύκολα. Η Ελευθερία είναι σπουδαία τραγουδίστρια αλλά θέλει πολύ για να χαράξει πάνω στη φωνή της τις διάφορες μελωδίες. Σήμερα είναι η πιο λαμπερή φωνή, αλλά εκείνη την εποχή δεν ήταν έτοιμη για τέτοιου είδους πράγματα. Τα κατάφερε όμως. Και όχι μόνο αυτό αλλά νομίζω ότι αυτή είναι που ενδιαφέρθηκε και επέβαλλε τα τραγούδια. Ούτε εγώ δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ”.  

[6] Περιλαμβάνεται και αυτό στο Κέντρο Διερχομένων.

[7] Τραγουδά η Μαίρη Ντάλμα.

Advertisements

One thought on “Ιστορία μου αμαρτία μου

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s