Παζάρια στη Ναύπακτο & στο Ευπάλιο

pazari_paliaΓράφουν οι Λένα Αναγνωστοπούλου και Κώστας Ζέρβας

Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι

Ο Οκτώβρης στις μνήμες των μεγαλύτερων Ευπαλιωτών είναι συνυφασμένος με τα παζάρια, ένα σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό γεγονός όχι μόνο για το Ευπάλιο, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή. Από τις 18 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου γίνονταν εδώ τα λεγόμενα «μικρά ή μέσα παζάρια», και ακολουθούσαν τα «μεγάλα ή έξω παζάρια» στη Ναύπακτο, από τις 26 μέχρι τις 31 του ίδιου μήνα. Ανατρέχοντας στο Διαδίκτυο βρήκαμε ότι τα παζάρια της Ναυπάκτου ξεκίνησαν τον Οκτώβρη του 1867 και νομιμοποιήθηκαν με βασιλικό διάταγμα του 1959. Ως χώρος ορίστηκε, κατά παραχώρηση του Νικολάου Τζαβέλλα, το κείμενο στον ανατολικό οικισμό της πόλης, την Αφροδίτη, αγρόκτημά του. Ο χώρος αυτός επεκτάθηκε αργότερα στο ανατολικό τμήμα της κεντρικής οδού και στους γύρω μικρούς δρόμους. Εξακολουθεί η εκδήλωση αυτή μέχρι και σήμερα να είναι σημείο αναφοράς όχι μόνο για την πόλη της Ναυπάκτου αλλά και για τις επαρχίες Ναυπακτίας και Δωρίδας.

Το παζάρι, εμπορικός θεσμός Ανατολίτικης καταγωγής, όπως διαβάζουμε στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, «είναι η δημόσια συγκέντρωση εμπόρων, κυρίως μικροπωλητών, σε συγκεκριμένο χώρο για την πώληση των προϊόντων τους». Είναι επίσης και « η αγορά που οργανώνεται κατά τη διάρκεια τοπικού εορτασμού, πανηγυριού».Η εποχή διεξαγωγής δεν ήταν τυχαία: συνέπιπτε με τη διάθεση των προϊόντων και τη δυνατότητα εξοικονόμησης χρημάτων για κάποια αγορά ή και για ψυχαγωγία.

Οι έμποροι από το Ευπάλιο, τα γύρω χωριά, τη Ναύπακτο και την Πάτρα πουλούσανε τριφυλλόσπορο, καλαμπόκι, καρύδια, κάστανα, μύγδαλα, ρούχα, παπούτσια, γεωργικά σύνεργα (υνιά, τσαπιά, κασμάδες, κλαδευτήρια), ποιμενικά είδη (κακάβια, ταψιά, καζάνια, τσίτσες, καράμπες),παιχνίδια, βιβλία, είδη φανοποιού, ζαχαρώδη, κλπ. Όλη τη μέρα οι επισκέπτες, είτε ντόπιοι είτε ξενομερίτες-που έφταναν με τα πόδια ή με τα ζώα- πηγαινοέρχονταν για να βρουν ό,τι ήθελαν. Παραδίδεται η έκφραση «σα φτάσω στα παζάρια», που αποδίδεται σε όσους διαπίστωναν κάποια έλλειψη σε είδη σπιτιού, ρουχισμού ή δουλειάς τους, που ήλπιζαν ότι θα την κάλυπταν με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
« Όταν ήμουνα μαθητής Γυμνασίου, από τα παζάρια πήρα ένα ζευγάρι παπούτσια. Βγήκαμε με τη νονά μου την Παναγιούλα και τη μάνα μου για το σκοπό αυτό. Όμως πήρα ένα νούμερο μεγαλύτερο απ΄ όσο φόραγα, για να μου κρατήσει κι άλλο χρόνο. Ένα πρωινό στο σχολείο, την ώρα που μπαίναμε, με το συνωστισμό στην πόρτα, μού το πάτησαν στη φτέρνα. Το παπούτσι έμεινε στα πόδια των συμμαθητών μου και εγώ άρχισα να το ψάχνω. Το βρήκα τελικά, το φόρεσα, αλλά από κείνη την ημέρα έμπαινα στο γυμνάσιο αφού είχε περάσει ο κύριος όγκος των μαθητών» (Τάκης Αναγνωστόπουλος).

τρένο | δρομολόγιαΟ θεσμός αυτός στην περιοχή Ευπαλίου ανάγεται στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αφού σε πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Ευπαλίου (πρ.23/15-9-1929) αναφέρεται ότι «επειδή τα τακτικά έσοδα της Κοινότητος δεν επαρκούσι δια τας ανάγκας αυτής, επιβάλλει φόρον εκ των ειδών καταναλώσεως κατά την τελεσθησομένην την 18-22 Οκτωβρίου εμποροπανήγυριν και ίνα εκ των εσόδων αυτών κατασκευάση κοινοτικά έργα». Λίγο δε παρακάτω μαθαίνουμε ότι για κάθε παράπηγμα ο φόρος ήταν 100 δραχμές, για κάθε τετραγωνικό μέτρο «ασκεπούς χώρου καταλαμβανομένου υπό τραπέζης ή εκθέματος κατά γης ή επί σανιδώματος δραχμάς 10», για κάθε άλογο ή φοράδα που θα πουλιόταν 25 δραχμές, για βόδι ή αγελάδα 15 δραχμές , για μοσχάρι και γαϊδούρι 10 δραχμές, για τράγο, προβατίνα, αρνί 5 δραχμές.

Με την υπ΄αριθ 86/25-8-1935 απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου περιγράφεται τι επωλείτο και πώς θα οργανώνονταν «εις το ευπρεπέστερον και συμφερώτερον» τα παζάρια.
Στην κάτω πλατεία διεξαγόταν η εμποροπανήγυρις : οι παλαιότεροι θυμούνται ότι στήνονταν πάγκοι, τραπέζια και παραπήγματα , στεγασμένοι χώροι– για να προστατευτούν από βροχή- όπου εκθέτανε οι πωλητές τα είδη τους, κυρίως ρούχα και υφάσματα. «Στην κάτω πλατεία, ο Νικάκης έστηνε πάγκο με τα είδη του μαγαζιού του μεταξύ του σπιτιού του και του σπιτιού του Πολυζώη» θυμάται ο Τάκης Αναγνωστόπουλος.
Κατά μήκος δε του δρόμου στα πεζοδρόμια υπήρχαν καροτσάκια και τραπέζια με εμπορεύματα, ζαχαρώδη προϊόντα κλπ. Μάλιστα δε στη συγκεκριμένη απόφαση προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να παρεμποδίζεται η κυκλοφορία των πεζών στα πεζοδρόμια απ΄αυτή τη δραστηριότητα. Επιβαλόταν δε και φόρος για τη χρήση του χώρου από τους επαγγελματίες. Εξαίρεση γινόταν μόνο για τα πεζοδρόμια μπροστά από «τα καφενεία του Αθανασίου Κουβέλη, Γεωργίου Σμπαρούνη, Ιωάννη Ράπτη, Θεοδώρου Καλκουνιά, εφόσον ταύτα χρησιμοποιούνται ως καφενεία».
Αναπόσπαστο κομμάτι των παζαριών ήταν η ζωοπανήγυρις όπου οι αγοραπωλησία των ζώων (αλόγων, μουλαριών γαϊδάρων, αιγοπροβάτων) έδινε κι έπαιρνε! Τα ζώα αυτά, ήταν τότε, η «βαριά βιομηχανία» της υπαίθρου, από την οποία έζησαν γενιές και γενιές σε καιρούς δύσκολους. Γινόταν στην πλατεία Σκαλτσά, στη λάκα, όπως λένε οι μεγαλύτεροι: άλογα, τα μεταφορικά μέσα και τα ζώα που χρησιμοποιούσαν στα χωράφια για τις καλλιέργειες, μουλάρια, γαϊδούρια, βοοειδή, χοιρινά κλπ. δένονταν εκεί και προς τα πίσω, κατά μήκος της Μαντήλως και περίμεναν τους υποψήφιους αγοραστές. Όσα προορίζονταν για πούλημα είχαν δεμένο ένα λουλούδι στην καπιστράνα ή μια καλαμποκιά. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στη λάκα αποφασίστηκε –αλλά μάλλον δεν τελεσφόρησε ως πράξη- η λειτουργία λαϊκής αγοράς κάθε Κυριακή μετά τη λειτουργία (πρ.16/5-6-1930).

Δεν έλειπαν και οι πλανόδιοι που έφτιαχναν λουκουμάδες και όσοι πουλούσαν καραμέλες, τυλιχτά γλυκά και γλυφιτζούρια-σε σχήμα κόκορα ή κότας κυρίως- πάνω σε ταβλάδες. Αυτά εξαφανίζονταν γρήγορα, καθώς τα γλυκίσματα ήταν είδος πολυτελείας και σπάνιο. Κάποιοι έφερναν αρκούδες και μαϊμούδια για να διασκεδάσουν τον κόσμο. Επίσης προβλέπονταν και τυχερά παιχνίδια, αλλά και θεάματα για πιτσιρικάδες. Για παράδειγμα, φτιαχνόταν μια ψηλή ξύλινη κατασκευή με 2 ή 3 φακούς σε κάθε πλευρά, που λειτουργούσε σαν οθόνη προβολής. Πληρώνοντας ένα ποσόν-μάλλον μια δραχμή-μπορούσαν να δουν οι ενδιαφερόμενοι διάφορα θέματα: θρησκευτικά, ιστορικά κλπ. Φαίνεται λοιπόν ότι καθώς η περίοδος της εμποροπανήγυρης συνέπιπτε με κάποια οικονομική ευχέρεια των κατοίκων της περιοχής, δινόταν η ευκαιρία χαράς και ψυχαγωγίας στους πανηγυριώτες.

Όσο για το πού έτρωγαν και κοιμόντουσαν οι ξενομερίτες έμποροι και επισκέπτες από τα ορεινά χωριά και τα καμποχώρια; Τις μέρες εκείνες άνοιγαν και καταστήματα για φαγητό, όπου προσφέρονταν ψητά αρνιά,κοκορέτσια, γαρδούμπες, γουρνοπούλες κλπ. Μεγάλη κίνηση είχαν τότε τα κρεοπωλεία (του Αλέξη Πριόβολου και του Κώστα Κασκαβέλη). Βέβαια, αν κάποιοι είχαν συγγενείς ή γνωστούς στο χωριό, φιλοξενούνταν στα σπίτια τους. Για όσους έψαχναν κατάλυμα, ο Νίκος ο Αντωνόπουλος και ο Αγησίλαος ο Παπαδημητρίου με τα δωμάτια στην αυλή έδιναν τη λύση.

Οι εικόνες αυτές βέβαια ανήκουν στο παρελθόν, αφού εδώ και πολλές δεκαετίες δε γίνονται πια παζάρια στο Ευπάλιο. Συντηρούνται μόνο στις μνήμες όσων τα έζησαν. Οι νεώτεροι, μπορούν να πάρουν μια γεύση στα επαχτίτικα παζάρια, στο Γρίμποβο. Ραντεβού λοιπόν εκεί;

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s