Ζωντανή ψηφίδα ιστορίας ο αιωνόβιος πρόσφυγας Λουτφί Καράνταγ

1391569_10151654895077750_966515094_n
Η δημοσιογράφος του ΑΠΕ Αγγέλα Φωτοπούλου με τον 99χρονο Λουτφί Καράνταγ.

της Αγγέλας Φωτοπούλου | ΑΠΕ

Είναι κάποιοι άνθρωποι που αποτελούν «ζωντανές ψηφίδες» της ιστορίας. ‘Άνθρωποι που έχουν δυο πατρίδες. Αυτήν όπου γεννήθηκαν και έζησαν τα παιδικά τους χρόνια κι αυτήν όπου μεγάλωσαν κι αξιώθηκαν να γεράσουν εκεί.

‘Άνθρωποι που οι αναμνήσεις τους συνθέτουν την ίδια την ιστορία. Μια ιστορία που είναι πιο παλιά κι από την ιστορία του κράτους το οποίο είναι η σημερινή τους πατρίδα. ‘Άνθρωποι που νοσταλγούν τη γη όπου γεννήθηκαν και που τα μάτια τους δακρύζουν κάθε που θυμούνται τις μυρωδιές της πρώτης τους πατρίδας. ‘Άνθρωποι που έφυγαν αναγκαστικά και μη αντέχοντας την νοσταλγία ξαναγυρίζουν δεκάδες χρόνια μετά να δουν τη γενέτειρά τους.

Ένας από αυτούς , είναι ο τελευταίος πρόσφυγας της Ανταλλαγής των Πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ο Λουτφί Καράνταγ που διανύει το 100ο έτος της ηλικίας του.

Δεν είναι ούτε μία, ούτε δύο οι φορές που ήρθε στην Ελλάδα για να δει το σπίτι όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα 10 του. Επισκέφτηκε την Ελλάδα ακριβώς 25 φορές.

Η επιστροφή των προσφύγων με κρουαζιερόπλοιο

Ο Λουτφί Καράνταγ γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1914 στα Γιάννενα, όπου και τον περασμένο Μάιο γιόρτασε τα γενέθλιά του, κλείνοντας τα 99 στο σπίτι όπου γεννήθηκε. Ο άνθρωπος αυτός, που έφυγε αναγκαστικά από τα Γιάννενα πριν 90 χρόνια με προορισμό το Πένντικ της Κωνσταντινούπολης, βιώνοντας την πείνα και την αθλιότητα μέσα σε ένα μικρό καράβι, που λεγόταν «Sulh» (Ειρήνη), έφτασε χτες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με το πολυτελές κρουαζιερόπλοιο «Luis Olympia».

Μαζί του ταξίδεψαν η κόρη του, ο εγγονός του και άλλοι 750 απόγονοι προσφύγων κάθε ηλικίας, από μωρά μέχρι υπερήλικες, μετέχοντας στη κρουαζιέρα που διοργάνωσε ο δήμαρχος Τούζλα της Κωνσταντινούπολης, Σαντί Γιαζιτζί με αφορμή την 90η επέτειο της Τουρκικής Δημοκρατίας, αλλά και της Ανταλλαγής των Πληθυσμών της Ελλάδας-Τουρκίας του 1924.

Κι αν κάποιοι ζητούν να πάρουν για χούφτα χώμα από τη γη των προγόνων τους, οι άνθρωποι αυτοί έφεραν μια σακούλα γη από επτά περιοχές της Τουρκίας όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόγονοί τους που ήρθαν από την Ελλάδα. Το χώμα αυτό το σκόρπισαν στη ρίζα της ροδιάς που βρίσκεται στην πίσω αυλή του τουρκικού προξενείου, μπροστά από το Μουσείο Οικίας Κεμάλ Ατατούρκ. Κάτω από αυτή τη ροδιά, πάνω σ΄ αυτή τη «σκόρπια γη» που έφεραν από τη Τουρκία, ο δήμαρχος της Τούζλα φύτεψε μια μικρή τριανταφυλλιά.

Μια ζωντανή ψηφίδα ιστορίας

Ο Λουτφί Καράνταγ είναι μια εμβληματική μορφή, ένας «γεροπλάτανος» που δεν παραιτείται από τη ζωή. Μιλάει άπταιστα ελληνικά και με μια απίστευτη διαύγεια πνεύματος αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ την ιστορία του:

«Γεννήθηκα στα Γιάννενα πριν 100 χρόνια, είμαι κατά 10 χρόνια μεγαλύτερος από τη Τουρκική Δημοκρατία. Στα Γιάννενα έζησα μέχρι τα 10 μου. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής της Τράπεζας Ζιραάτ και μιλούσε ελληνικά, τουρκικά, γαλλικά και αγγλικά. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας δεν ξέρανε τουρκικά γιατί ζούσαμε ανάμεσα σε Έλληνες. Μαζί με τα τέσσερα αδέλφια μου ζήσαμε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια στα Γιάννενα μέχρι την ημέρα που ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε το 1922 στη Σμύρνη. Μετά από αυτή την ήττα , ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε καμία έχθρα με τους Έλληνες, άρχισαν να μας στραβοκοιτάνε και μια μέρα ήρθε ο πατέρας σπίτι και μας είπε ότι φεύγουμε για την Τουρκία».

Η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν υπογράψει τη συνθήκη της Λοζάνης η οποία προέβλεπε την αναγκαστική Ανταλλαγή Πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών. Ο Λουτφί Καράνταγ συνεχίζει την αφήγησή του:

«Φύγαμε από τα Γιάννενα με γαϊδουράκια και βοϊδάμαξες έχοντας μαζί μας μόνο τα απαραίτητα ρούχα, κάποιες κουβέρτες και παπλώματα. Φτάσαμε στην Πρέβεζα. Ένα μικρό καράβι, που λεγόταν «Sulh», ήρθε μετά από δυο-τρεις μήνες και μας πήρε για να μας πάει στο Πένντικ. Στοιβαχτήκαμε όλοι στο καράβι όπου δεν μπορούσαμε καν να κάνουμε την ανάγκη μας. Φτάσαμε το Πενντίκ κι εκεί μας περίμεναν άλλα βάσανα. Μας βάλανε σε καραντίνα και τα ρούχα τους πέρασαν από κλίβανο. Στο Πένντικ μας δώσανε ένα σπίτι που είχε το νούμερο 39. Εκεί μια νέα μαυροφόρα γυναίκα μας καλωσόρισε στα τουρκικά δίνοντας μας τα κλειδιά. Η μάνα μου, που δεν ήξερε τουρκικά, δεν κατάλαβε τι μας έλεγε. Η γυναίκα αυτή ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που θα έφευγε για την Ελλάδα λόγω της Ανταλλαγής. Μέχρι να φύγει ζήσαμε μια βδομάδα μαζί. Στο διάστημα αυτό γίνανε φίλες με τη μάνα μου. Θυμάμαι τα κλάματα εκείνης της γυναίκας που φεύγοντας φιλούσε το κατώφλι της πόρτας».

Η ζωή για την οικογένεια Καράνταγ, όπως και για τους άλλους πρόσφυγες, δεν ήταν καθόλου ρόδινη στη νέα τους πατρίδα.

«Οι ντόπιοι Τούρκοι τους πρόσφυγες τους λέγανε ελληνόσπορους ή σπόρους γκιαούρηδων (άπιστων) γιατί δεν ξέρανε τη γλώσσα. Υπέφεραν πολύ οι πρόσφυγες, δεν έβρισκαν δουλειά και πεινούσαν. Εγώ δούλεψα χαμάλης και ψαράς στο Πένντικ κι ύστερα βρήκα δουλειά σε καπνεργοστάσιο. Πήγαινα στη δουλειά με τρύπια παπούτσια. Το 1938 με πήρανε στους Τουρκικούς Κρατικούς Σιδηροδρόμους από όπου και πήρα σύνταξη».

Αυτοί που μεγάλωσαν με τις αφηγήσεις

Η Γιουλγκιούν Φίλντισι είναι η κόρη του Λουτφί Καράνταγ. Είναι μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει ακούγοντας από τις γιαγιάδες και τους παππούδες της αλλά και από τους γονείς της όλο το δράμα της Ανταλλαγής.

«Ο πατέρας μου είναι ο ίδιος ένα «ζωντανό κομμάτι της ιστορίας». Είμαι πολύ ευτυχισμένη που έχω έναν τέτοιο πατέρα και είναι πολύ ωραίο να έρχομαι στην Ελλάδα ξανά και ξανά. Εγώ και τ΄ αδέλφια μου μεγαλώσαμε ακούγοντας τον πατέρα να αφηγείται τις αναμνήσεις του από την Ανταλλαγή. Μας έλεγε πως ετοιμάστηκαν για να φύγουν, πως ταξίδεψαν με βοϊδάμαξες και μετά με το καράβι. Το λέω και ανατριχιάζω. Τη στιγμή που τους είπαν ότι θα πάνε στη Τουρκία είδαν να καταρρέει όλη τους η ζωή . Είχαν μπροστά τους μια νέα ζωή, έναν νέο κόσμο και την αβεβαιότητα του αγνώστου. Και μετά ανέβηκαν στο καράβι. Πείνα, αθλιότητα , ένα ταξίδι γεμάτο αβεβαιότητα και όταν έφτασαν στην Τουρκία είχαν σπίτι, αλλά δεν είχαν δουλειά. Κι ο πατέρας της μαμάς μου ήταν Γιαννιώτης. Αυτός μιλούσε πολύ λίγο και τον κοιτούσαμε όλο απορία . Όταν κάποια στιγμή επισκεφτήκαμε τα Γιάννενα καθώς γυρίσαμε ένα απόγευμα κοιτάξαμε το νησί στη λίμνη. Ήταν ένα τέτοιο θέαμα που όλοι μας κλάψαμε . Τότε κατάλαβα πως έφυγαν οι άνθρωποι και γιατί ο παππούς μου δεν μιλούσε . Ήταν θυμωμένος με τη ζωή. Και αυτός ο θυμός κράτησε μέχρι που έφυγε από τη ζωή . Με αυτό το δράμα μεγαλώσαμε. Εγώ είναι Τουρκάλα αλλά έχω δεσμούς με την Ελλάδα την νοσταλγώ, είμαι ευτυχισμένη όταν την επισκέπτομαι. Αυτή τη φορά ανεβήκαμε σε ένα υπερπολυτελές κρουαζιερόπλοιο για να έρθουμε. Ανατρίχιασα όταν σκέφτηκα ότι ο πατέρας μου έφυγε από την Ελλάδα με ένα σαπιοκάραβο και τώρα 750 άτομα απόγονοι προσφύγων κάθε ηλικίας ερχόμαστε πίσω με ένα κρουαζιερόπλοιο. Ακόμη κι αυτό το υπερπολυτελές καράβι μου προκάλεσε θλίψη . Μου θύμισε πόσο δύσκολο, πόσο βαρύ είναι να αποκόβεσαι από την πατρίδα σου, από την τάξη στην οποία έχει βάλει τη ζωή σου» αφηγείται η Γκιουλγκιούν Φίλντισι.

Ο Ουγούρ Φίλντισι εκπροσωπεί την 3η γενιά της οικογένειας Καράνταγ στην Τουρκία. Είναι εγγονός του Λουτφί Καράνταγ και γιός της κόρης του Γκιουλγκιούν . Στην Ελλάδα είχε έρθει κατά το παρελθόν , όχι για να δει τη γη των προγόνων του, αλλά για τη συναυλία των U2 το 1997, που διοργανώθηκε όταν ή Θεσσαλονίκη ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.

«Είμαι 35 χρονών, είχα ξαναέρθει με τη μεγαλύτερη αδελφή μου για τη συναυλία των U2 το ΄97. Είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να έρχομαι εδώ με τον παππού μου. Μακάρι μια άλλη φορά να πάμε να δούμε μαζί με τον παππού και το σπίτι του στα Γιάννενα. Επειδή μεγαλώσαμε στην ίδια περιοχή με τον παππού τον ακούγαμε να λέει πώς ήρθανε , πώς εγκαταστάθηκαν, πόσες δυσκολίες πέρασαν, πού δούλεψε, σε ποιό σχολείο πήγε. Η Ανταλλαγή είναι κάτι μακρινό για μας τους νεότερους, όμως όσο υπάρχει ένας άνθρωπος που την έχει ζήσει προσπαθούμε να καταλάβουμε αυτά που συνέβησαν . Ήταν μια αναγκαστική Ανταλλαγή και δεν ήταν ευχάριστο για καμία από τις δυο πλευρές, γιατί άλλοι γεννήθηκαν στο Πενντίκ, άλλοι στη Θεσσαλονίκη, άλλοι στα Γιάννενα και αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες. Όταν ο παππούς ζούσε στα Γιάννενα στην αρχή όλα ήταν καλά , αργότερα όμως, όταν έγινε ο πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Τουρκία, άρχισαν να τους στραβοκοιτάνε και να τους λένε «είστε Τούρκοι» και να μη μπορούν να βγουν έξω. Όταν έγινε η Ανταλλαγή έφυγαν προς το χειρότερο και ήταν ξένοι και στη χώρα όπου εγκαταστάθηκαν γιατί εκεί τους έλεγαν ελληνόσπορους . Μέσα σε δυσκολίες έζησαν και έφτασαν μέχρι σήμερα. Για μας το να τα λέμε όλα αυτά δεν μας πληγώνει αλλά το πόσο πληγώθηκαν αυτοί το καταλαβαίνουμε όταν το ψάξουμε σε βάθος» λέει ο Ουγούρ Φίλντισι.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s