«Δεν φόρεσα ποτέ το κόκκινο φουλάρι του Μάο»

Εκθεση του Κινέζου Ζενγκ Φανζί στο παρισινό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης

Zeng_Fanzhi_-_Mask_Series_1996_No._6_-_sold_for_U.S._9_7_million_a_record_for_Chinese_contemporary_art-600x328Άγνωστος και απομονωμένος την εποχή του Μαοϊσμού, ο διάσημος ζωγράφος που ζει στο Πεκίνο είναι σήμερα περιζήτητος από τα διεθνή μουσεία και τους συλλέκτες. Παρότι στη ζωή του παραμένει «ζεν», δεν παύει να αποτυπώνει την οδύνη, τη μοναξιά, τον θάνατο, έναν εφιαλτικό κόσμο που τον σημάδεψε.

Παρίσι Της Ηρας Φελουκατζή

Σούπερ σταρ της σύγχρονης τέχνης, ο Κινέζος ζωγράφος Ζενγκ Φανζί έχει επιτύχει διεθνή αναγνώριση για την αυθεντική δημιουργία του. Στη Γαλλία παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο παρισινό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης μια μεγάλη έκθεση-αφιέρωμα στον Ασιάτη καλλιτέχνη, με έργα που συνδέουν την ιστορία της Κίνας με την προσωπική του ιστορία. Στους πίνακές του κυριαρχούν ο ωμός ρεαλισμός, οι τολμηροί παραλληλισμοί με θρησκευτικά αρχέτυπα, οι ιστορικές αναφορές, η τραγική ενατένιση της οδύνης του ανθρώπου, του πεπρωμένου, του θανάτου. Το έργο του Ζενγκ Φανζί είναι βαμμένο κόκκινο ή μας οδηγεί σε έναν μυστηριώδη κόσμο με φανταστικά γκρίζα τοπία, στοιχειωμένα από τη μοναξιά.

Ο καλλιτέχνης είναι σήμερα περιζήτητος από τους μεγάλους διεθνείς συλλέκτες. Το έργο του «Μυστικός Δείπνος», ειρωνική απομίμηση της κλασικής ζωγραφικής, κατέρριψε ρεκόρ πώλησης σε δημοπρασία (17,1 εκατομμύρια ευρώ). Παρουσιάζει τον Χριστό και τους Αποστόλους να φορούν το κόκκινο φουλάρι των Κινέζων κομμουνιστών και να τρώνε κατακόκκινα καρπούζια. Αλλά ο Ιούδας φοράει μια χρυσή γραβάτα, αναφορά στον κόσμο του χρήματος και του καπιταλισμού.

Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης προβάλλει τον ζωγράφο σε μια έκθεση με σαράντα πίνακες και γλυπτά. Ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει όλη τη διαδρομή του, ξεκινώντας από τα πρόσφατα έργα του και καταλήγοντας στους πρώτους πίνακές του (2013–1990). Ο ζωγράφος έχει δεχτεί πολλές επιδράσεις από τη Δύση – από τον εξπρεσιονισμό. Οι πρώτες συνθέσεις του έχουν παραλληλισμούς με τα έργα του Γουόρχολ, του Μπέικον, του Μπαλτίς ή του Πόλοκ. Οι πρόσφατοι πίνακές του γιγάντιων διαστάσεων δείχνουν όμως μια στροφή. Από το έτος 2000 υιοθετεί την ασιατική παράδοση απεικόνισης της φύσης και την καλλιγραφία. Ζωγραφίζει σκοτεινά τοπία με φωτεινές εκλάμψεις. Απεικονίζει τη μοναξιά με φιγούρες που κινούνται σε έναν μυστηριώδη φανταστικό κόσμο.

Ο καλλιτέχνης, που βρίσκεται σήμερα στην τέταρτη θέση της λίστας των πιο ακριβών ζωγράφων, γεννήθηκε το 1964 στην πόλη Wuhan της Κίνας. «Οι γονείς μου, που ήταν εργάτες, με στήριξαν, με ενθάρρυναν να ακολουθήσω τον δικό μου δρόμο», έχει πει. Το 1966 ξεσπάει η πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα, που απορρίπτει κάθε παραδοσιακή έκφραση στην κινεζική κουλτούρα. Ο Φανζί αναγνωρίζει ότι σημαδεύτηκε από τη σκληρότητα της εποχής. Είναι 12 ετών όταν λήγει αυτή η περίοδος με τον θάνατο του Μάο, το 1976. Σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Wuhan. «Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ταυτότητα «καλλιτέχνης», ήμαστε απλοί «εργάτες της τέχνης», δεν γνωρίζαμε ότι μπορούσαμε να είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι», τονίζει.

Οι οδυνηρές αναμνήσεις από τα νεανικά του χρόνια, όταν ζούσε κοντά σε νοσοκομείο, οι εικόνες του ανθρώπινου πόνου σημαδεύουν την πρώτη σειρά από πίνακές του, που απεικονίζουν εγχειρήσεις, αίθουσες αναμονής με ασθενείς, κρέατα και ανθρώπους γυμνούς. «Εκεί που έμενα δεν υπήρχαν τουαλέτες και έπρεπε να πηγαίνω πολλές φορές την ημέρα στο γειτονικό νοσοκομείο για να χρησιμοποιήσω τις εγκαταστάσεις υγιεινής» εξηγεί. Ζωγραφίζει ό,τι βλέπει με ωμό ρεαλισμό.

Στο τέλος των σπουδών του δημιουργεί ένα μεγάλο «τρίπτυχο» με θέμα το νοσοκομείο. Σε δεύτερη εικαστική απόδοση του τρίπτυχου απεικονίζει μια νοσοκόμα που κρατάει στην αγκαλιά της έναν γέροντα που πεθαίνει, παραλληλισμός με την «Πιετά» του Μιχαήλ Αγγελου. Για τον πίνακα αυτό αποσπά το πρώτο του βραβείο, τo 1992. Αποφασίζει τότε να εγκατασταθεί στο Πεκίνο, όπου ζει μέχρι σήμερα. Ζωγραφίζει μια δεύτερη σειρά έργων με θέμα τις «Μάσκες». Μια ομάδα νεαρών ποζάρει με πρόσωπα καλυμμένα από λευκές μάσκες και ορισμένοι από αυτούς φορούν το κόκκινο κομμουνιστικό φουλάρι. Ο ζωγράφος επισημαίνει: «Εγώ δεν φόρεσα ποτέ κόκκινο φουλάρι, ήμουν εξόριστος από την κοινότητα. Οι γονείς μου βίωσαν την κατάσταση σαν ταπείνωση και αυτή η μνήμη επισκιάζει τα νεανικά μου χρόνια».

Ο Φανζί, άγνωστος και απομονωμένος την εποχή του Μαοϊσμού, παίρνει σήμερα τη ρεβάνς με την παγκόσμια αναγνώριση του έργου του. Ο καλλιτέχνης που σατίρισε με καρικατούρες την κοινωνία, ειρωνεύτηκε τους ανθρώπους με μάσκες και παρουσίασε εφιαλτικά το κόκκινο, τη σάρκα, την πληγή, τον πόνο, την υπαρξιακή μοναξιά, τον θάνατο, βρίσκεται σήμερα στα σαράντα του χρόνια κάτω από το φως των προβολέων.

«Πριν δημιουργήσω έναν μεγάλο πίνακα, προετοιμάζομαι πολλές ημέρες για να φτάσω σε μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Υστέρα ζωγραφίζω πολύ γρήγορα, με μεγάλη ένταση», λέει. Βεντέτα στον εικαστικό χώρο και στους πλειστηριασμούς έργων τέχνης, κρατάει ωστόσο τη διακριτικότητα, τον στοχασμό του και, παρά την ανησυχία που εμπνέουν τα έργα του με τη σκληρότητα και την οδύνη που εκφράζουν, ο ίδιος στη ζωή του παραμένει πάντα «ζεν».

Ιnfo: διάρκεια μέχρι 16 Φεβρουαρίου 2014

| http://www.ira-feloukatzi.fr

|Εφημερίδα των Συντακτών – http://www.efsyn.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s