Στην κολυμπήθρα που ξεπλένονταν τα δολοφονικά ναζιστικά χέρια

21830_1_0 (1)του Θωμά Σίδερη

Σήμερα το απόγευμα στις 5, οι γονείς του Σαχζάτ  Λουκμάν έρχονται στο Κερατσίνι, εκεί που δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας. Δυο κείμενα, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο left, μιλούν για δυο εν ψυχρώ δολοφονίες από ναζιστικά χέρια στην καρδιά του κοινωνικού σώματος. Δυο δολοφονίες με διαφορά δέκα μηνών, όπου στο μεταξύ τα ναζιστικά χέρια ξεπλένονταν στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ της Κυβέρνησης και η αστυνομία έπαιζε το ρόλο της μωρής παρθένας στο σιωπηρό consensus της με τους χρυσαυγίτες. 

Το ποδήλατο και το λεπίδι

(1η δημοσίευση: 23.01.2013)

Τουλάχιστον εδώ, 145 χιλιόμετρα από το Ισλαμαμπάντ, δε θα φοβάμαι. Κι ομολογώ φοβήθηκα πολύ στη ζωή μου. Φοβήθηκα τους στρατιώτες, τους συνοριοφύλακες, τους αστυνομικούς, τους φασίστες. Δεν ξέρω ποιους φοβήθηκα περισσότερο. Μπορεί να μην ήταν πολλοί, μπορεί να ήταν μόνο ένας που άλλαζε στολές και πρόσωπα. Ο στρατιώτης στη Λαχόρη, έγινε συνοριοφύλακας στον Έβρο, αστυνομικός στην Ομόνοια, φασίστας στα Πετράλωνα.

Γύρισα στην πατρίδα με δανεικά ναύλα, ρούχα και παπούτσια. Τι είναι η πατρίδα; Πίστεψα ότι έχω δυο πατρίδες. Ο Ραφίκ με έλεγε αφελή και βλάκα. Αντί να σκύβω το κεφάλι και να παίρνω είκοσι ευρώ μεροκάματο, εγώ σκεφτόμουν αν ο άνθρωπος μπορεί να έχει δυο και τρεις και όσες θέλει πατρίδες. Ο άνθρωπος σκέφτεται, τα κτήνη όχι. Τα κτήνη δολοφονούν.

Το ποδήλατό μου πού να είναι τώρα; Θυμάμαι την πρώτη φορά που έκανα πετάλι στην Πέτρου Ράλλη. Από τον Κηφισό, έστριψα αριστερά και βγήκα στη μεγάλη λεωφόρο. Ήταν ακόμα νύχτα. Άγρια και βαθιά νύχτα στη λεωφόρο και στην Ελλάδα όλη. Πήγαινα από κάτω από τις γραμμές του τρόλεϊ. Πέρασα το Μεταγωγών –εκεί ο Γκουλάμ έμεινε δεκαπέντε μέρες- και σταμάτησα στο φανάρι της διασταύρωσης με την Αγία Άννης. Η μυρωδιά από τα μπισκότα! Ήμουνα νηστικός δυο μέρες, στα παιδιά στο σπίτι είπα ότι είχα φάει, δεν ήθελα να ξέρουν ότι όλα τα μεροκάματα της περασμένης εβδομάδας τα έχω βάλει στην άκρη. Η Μπενταρί… η Mαλάλα… η Σίντρα… Οι αδελφές μου…

Τις προάλλες το αφεντικό μού είπε να πάω νωρίτερα. Έπρεπε να ξεφορτώσω ένα μεγάλο φορτηγό με πορτοκάλια και να φορτώσω τα καφάσια σε άλλα μικρότερα φορτηγά. Μη με ρωτήσεις πόσα ήταν τα καφάσια. Δεν ξέρω… Δεν ξέρω να μετράω. Κι ούτε θα μάθω ποτέ. Κάποια στιγμή τα πόδια μου λύγισαν. Είπα να ξαποστάσω, πήρα ένα πορτοκάλι και το ‘κοψα στα δυο. Το πορτοκάλι έσταζε αίμα. Το αφεντικό κανόνιζε την τιμή που θα πουλούσε και κάπου στο βάθος ακούστηκε το τρένο που περνούσε από το σταθμό στου Ρουφ. Αίμα… τιμή… Μέχρι τότε, ήξερα τη φράση μέχρι εκεί. Και φοβόμουν, φοβόμουν πολύ. Το αφεντικό φώναζε να τελειώνω, τα πορτοκάλια λιγόστευαν, το ίδιο και οι μέρες μου.

Στο Περιστέρι της καινούριας πατρίδας μου είναι το σπίτι μου. Έχουμε και στο Πακιστάν περιστέρια και περιστερώνες. Κάποτε ένα φίδι προσπάθησε να πιάσει ένα περιστέρι και να το σκοτώσει. Αντί για γλώσσα, το φίδι είχε μια μεταλλική λεπίδα που άστραφτε κάτω από τον ήλιο. Αλλά τότε ήταν νύχτα –μόνο νύχτα τότε- κι έτσι ξεγελάστηκε προς στιγμή. Άκουσε όμως το σούρσιμο. Ήταν ένα μακρύ και ύπουλο σούρσιμο. Την ώρα που το φίδι προσπάθησε να του βγει μπροστά και να το αιφνιδιάσει, το περιστέρι πέταξε μακριά. Τα περιστέρια δεν έχουν πατρίδες. Τα περιστέρια πετούν πάνω από τα σύνορα, ερωτεύονται πάνω από τα σύνορα, χορεύουν πάνω από τα σύνορα. Κι ύστερα χάνονται στα βάθη του ουρανού.

Η μάνα μου νόμιζε πως κρυώνω. Ήρθε και με σκέπασε. Στην καινούρια πατρίδα δεν είχα ποιον να με φροντίσει. Τώρα έχω εκείνη. Μου ψιθύρισε στο αυτί πως πάνω στη σέλα του ποδηλάτου μου κάθεται πια ένα περιστέρι. Ύστερα με σκέπασε –για τελευταία φορά- και πάνω από το σεντόνι μού άφησε το κοράνι.

«Και είπε: “Αγάπησα –πράγματι- την αγάπη του αγαθού, με σκοπό την ανάμνηση (να δοξάζω τον Κύριό μου)” – μέχρις ότου (ο ήλιος) κρύφτηκε με το πέπλο (της νύχτας)»- Κοράνι, Μέρος 23ο, παρ. 32

Αυτή είναι η γειτονιά του Παύλου

(1η δημοσίευση: 05.10.2013)

Η δολοφονία του Παύλου έγινε σε μια κατεξοχήν προσφυγική γειτονιά, στην Αμφιάλη. Εκεί όπου τα λαϊκά στρώματα στριμώχτηκαν και περιθωριοποιήθηκαν μέσα από ένα οργανωμένο σχέδιο απομόνωσης του μεταπολεμικού αστικού κράτους. Εκεί όπου τα χαμένα μεροκάματα της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης έγιναν θηλιά για χιλιάδες οικογένειες – και δεν έγιναν ξαφνικά τώρα, γίνονταν πάντα. Πόσοι εργάτες δε γύριζαν πίσω με σκυμμένο το κεφάλι όταν δεν τους έπαιρναν για δουλειά στα συνεργεία, όταν οι επιχειρηματίες της Ζώνης -αυτοί οι σύγχρονοι “μαικήνες” της σκουριάς- ανέβαζαν πάνω στα καράβια απεργοσπάστες, όταν οι ηλεκτροσυγκολλητές, οι οξυγονοκολλητές και όλοι αυτοί οι άνθρωποι του Μετάλλου γύρευαν να μπουν στο Ταμείο Ανεργίας και ανακάλυπταν ότι τα τα ένσημα δε φτάνουν, γιατί τα ένσημα τους τα έκλεβαν. Μαζί όμως με τα ένσημα τους έκλεβαν και τη ζωή, πετώντας τους στις “κοιλιές” των καραβιών, χωρίς ανάσα και με μια σπίθα, ικανή να ανατινάξει όλο το Πέραμα.

“Πίσω από την κουρτίνα η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα” έγραψε κάποτε ο Τριπολίτης. Και να που η κουρτίνα τραβήχτηκε. Ο Παύλος, και ο πατέρας του Παύλου και ο πατέρας μου και οι πατεράδες των φίλων του Παύλου ήξεραν πως για να δεις το χρώμα της λαμαρίνας πρέπει να ξύσεις πρώτα τη σκουριά και πως ο δρόμος του βολέματος είναι διαφορετικός από το δρόμο του δίκιου. Τα παιδιά της Αμφιάλης ξυπνάνε και βλέπουν κάθε πρωί το φουγάρο της ΔΕΗ, ανίκητος αντίπαλος της καθημερινότητας αυτής της γειτονιάς αλλά και ζωντανό μνημείο της βιομηχανικής ιστορίας αυτού του τόπου. Κάποτε τα παιδιά της Αμφιάλης ανέπνεαν τη σκόνη του τσιμεντάδικου και έβλεπαν τα βυτιοφόρα να συνωστίζονται στη γειτονιά τους, πηγαίνοντας να αδειάσουν το φορτίο τους στη θρυλική χαβούζα της δεκαετίας του ’70.

Αυτή είναι η γειτονιά του Παύλου. Με τις σημαίες του Θρύλου να κυματίζουν στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, ακόμα και πάνω από τα μνήματα του νεκροταφείου του Σχιστού, εκεί στην τελευταία γειτονιά του Παύλου. Αλλά να που το φίδι του φασισμού τρύπωσε μέσα στον Ολυμπιακό, όπως και το φίδι στα γήπεδα της Γερμανίας, λίγο πριν αγκιστρωθεί ο Χίτλερ στην εξουσία. Το φίδι είναι ακόμα εδώ, μπορεί να κρύφτηκε για λίγο, αλλά είναι ακόμα εδώ, καμουφλαρισμένο κάτω από τις κοφτερές πέτρες του όρους Αιγάλεω και ετοιμοπόλεμο να χιμήξει και να δαγκώσει. Εκτός αν…

Το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Κερατσινίου Δραπετσώνας, μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση αποφάσισε τη μετονομασία της Παναγή Τσαλδάρη σε οδό Παύλου Φύσσα. Πέρασαν πολλά χρόνια από όταν η Κωστούλα Μητροπούλου έγραψε τα λόγια του “Δρόμου” που μελοποίησε ο Λοΐζος. Στην τελευταία μάλιστα στροφή, η ιστορία του “Δρόμου” κλείνει ως εξής: “Κι ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά”. Η σημερινή πιτσιρικαρία της Αμφιάλης έμαθε ποιοι είναι αυτοί που επιχειρούσαν μαζί με τα ΜΑΤ και τις δυνάμεις καταστολής την επομένη της δολοφονίας του Παύλου. Έμαθε επίσης το σιωπηρό consensus της Ελληνικής Αστυνομίας με τους φασίστες και τους κάθε λογής τραμπούκους, ένα consensus ριζωμένο βαθιά στον Εμφύλιο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Και τα παιδιά των παιδιών αυτών, θα ρωτούν για τον Παύλο, ένα αγόρι που έξυσε με το νύχι λίγο παραπάνω τη σκουριά.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s