ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΕΪΤΑΝΙΔΗΣ: «Οι ήρωές μου όπως και η χώρα ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΗΛΙΚΙΩΘΟΥΝ»

Ο Βαγγέλης Σεϊτανίδης επιστρέφει στον κινηματογράφο «Με χωρίς γυναίκες»

74340_10152553917073916_1578616617_nτου Θωμά Σίδερη

Ξεκίνησε να κάνει ταινίες ως «Αιώνιος φοιτητής» (2001) την εποχή που το Χρηματιστήριο ζούσε τη μεγάλη φούσκα του και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου μοίραζε απλόχερα επιχορηγήσεις. Ο Βαγγέλης Σεϊτανίδης απέρριψε τη λεία της εξουσίας, του γλειψίματος και της υποταγής και πορεύτηκε μετα-ολυμπιακά με την «Εύκολη Λία» (2005). Αυτό όμως δεν εμπόδισε άλλους σκηνοθέτες να δεξιώνονται με την πολιτική και οικονομική ελίτ, να σκαρφίζονται μαντινάδες για να ευαισθητοποιήσουν τους χορηγούς και τους χρηματοδότες τους, να ορέγονται και να καταλαμβάνουν διευθυντικές θέσεις σε δημόσιους φορείς και κρατικές σκηνές. Από τη μεριά του, ο Βαγγέλης Σεϊτανίδης προτίμησε μια πορεία ως κινηματογραφιστής «Κάτω από το μακιγιάζ» (2009). Άλλωστε, μια ταινία ξεκινάει αν η ιδέα συνδυαστεί με «Το έτερον ήμισυ» (2010), που δεν είναι άλλο από την εικόνα. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η νέα ταινία του «Με χωρίς γυναίκες» που κάνει πρεμιέρα αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.

ΜΧΓ-POSTERΑφορμή για να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά η ταινία αυτή ήταν μια φράση, που ο σκηνοθέτης τη θεωρεί το απαύγασμα του εθνικού συνδρόμου καταδίωξης που μας διακατέχει. «Πριν μερικά χρόνια, είδα γραμμένη στο καπό ενός αγροτικού μια φράση: «έχω εχθρούς διότι αξίζω». Τώρα είναι γραμμένη στο αυτοκίνητο που οδηγούν οι πρωταγωνιστές (ο Ρίκος και ο «Κουστώ»), δυο άνδρες που αρνούνται να ενηλικιωθούν, όπως περίπου μια ολόκληρη χώρα».

Τι είναι αυτό που κάνει ένα θέμα που σου έρχεται στο μυαλό να λες «αυτό θα το κάνω ταινία»;

Δεν σκέπτομαι ποτέ θέματα. Δεν είμαι διανοούμενος. Η δουλειά μου είναι να λέω ιστορίες με εικόνες. Το θέμα το ανακαλύπτω μετά, όταν γράφω το σενάριο. Και είναι πάντα το ίδιο. Ή έστω με παραλλαγές.
Μια ταινία ξεκινάει όταν μια εικόνα συνδυαστεί ξαφνικά με μια ιδέα. Ερήμην μου. Αν αυτό συμβεί, αφήνω την εικόνα και την ιδέα ανενόχλητες να τραβήξουν σαν μαγνήτες τα «αδελφάκια» τους: άλλες εικόνες και άλλες ιδέες. Και αναβάλλω όσο μπορώ την καταγραφή στο χαρτί, ώστε ό,τι είναι σαβούρα να ξεχαστεί μια ώρα αρχύτερα.
Αν γράψω την ιστορία χωρίς να σπάσω το κεφάλι μου, χωρίς να τραβάω καταστάσεις απ’ τα μαλλιά, και χωρίς να διαστρεβλώνω την ανθρώπινη φύση (όπως κάνουμε για να αποδείξουμε κάτι με το ζόρι) αυτό είναι καλό σημάδι. Η μεγάλη προσπάθεια με βάζει σε υποψίες.
Αν προκύψει μια σχετικά απλή ιστορία, αλλά η γοητεία της αντέχει στη λογική, γρήγορα θα αρχίσουν να μου έρχονται στο μυαλό χώροι και ηθοποιοί. Τότε, δύσκολα κάνω πίσω.
(Περιγράφω τη διαδικασία απλουστευτικά. Κάποια στάδια στην πράξη επικαλύπτονται. Και η εμπειρία μερικές φορές σου επιτρέπει να κόβεις δρόμο).

Ο βραβευμένος σε φεστιβάλ, βέβαια, δύσκολα αλλάζει τη συνταγή της επιτυχίας…

Τι σημαίνει κάνω σινεμά στην Ελλάδα;

Αν υπονοείς την έλλειψη χρημάτων, θα σου πω ότι η απόλυτη ελευθερία είναι αντιπαραγωγική. Μέσα απ’ την αντίσταση του υλικού, η ταινία αποκτάει φόρμα. Αλλιώς, μπορεί να εξατμιστεί. Το ίδιο ισχύει και με την αντίσταση των ανθρώπων. Αν ήξεραν κάποιοι περαστικοί απ’ το Ε.Κ.Κ. πόσο μ’ έχουν βοηθήσει απορρίπτοντας τα σενάριά μου…
Μια ταινία, οπουδήποτε στον κόσμο, είναι σαν μια αρρώστια. Σε καταλαμβάνει για κάποιο διάστημα και μετά σε αφήνει. Όταν βλέπω τι έχω κάνει στο παρελθόν με ψυχρό μάτι, σχεδόν δεν με αναγνωρίζω. Στο γύρισμα ο σκηνοθέτης είναι σε κατάσταση μανίας. Γι’ αυτό θέλει χαλινάρι – έναν παραγωγό που προβλέπει. Αλλιώς, μπορεί ένας ηθοποιός, ή και ο ίδιος, να κινδυνέψει. Έτσι σκοτώθηκε, δυστυχώς, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Πόσο χρήσιμη, ή πόσο δεσμευτική, είναι η κρατική επιχορήγηση;

Η κρατική επιχορήγηση συχνά πάει πακέτο με ένα είδος ταπείνωσης: κάποιοι περιμένουν την επετηρίδα, άλλοι γλύφουν, βάζουν πολιτικά μέσα, τον μπαμπά τους… Αμφιβάλλω αν ένας ταπεινωμένος άνθρωπος μπορεί να κάνει καλή ταινία. Η επιθυμία ν’ αποκαταστήσει τον πληγωμένο ναρκισσισμό του και ν’ αποδείξει την αξία του (σε ανθρώπους που περιφρονεί) ισοπεδώνει τα πάντα. Αν, βέβαια, μπορείς ν’ αυτοσαρκάζεσαι, βοηθάει.

A068_C033_1008U5

Εύχομαι οι νέοι σκηνοθέτες σύντομα να βαρεθούν τις καταγγελίες της μόδας που γουστάρουν κάποιοι «επαναστάτες» δημοσιογράφοι…

assets_LARGE_t_1581_393562_type11279Ποια είναι η γνώμη σου για την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας;

Κάποιες ταινίες μας έχουν επί μέρους αρετές. (Ξεχωρίζω πρόχειρα, και για διαφορετικούς λόγους, Το Χάρισμα, τον Αννίβα προ των Πυλών, το τελευταίο μισάωρο του Wasted Youth, το September). Κάποιες άλλες (το λεγόμενο “weird Greek cinema”) διαθέτει την απατηλή γοητεία που έχει για τον μαζοχιστή ο «τοίχος της βλακείας». Εννοώ την πλήρη έλλειψη εκφραστικότητας που δήθεν κρύβει απολαύσεις για λίγους και εκλεκτούς. (Εξαιρώ τον Κυνόδοντα, για το χιούμορ του). Αλλά ως ολοκληρωμένα έργα, οι περισσότερες είναι νεκρές φόρμες.
Οι νέοι πάντα φοβούνται την κριτική. Γι’ αυτό και θολώνουν τα νερά με το πρόσχημα της πρωτοπορίας. Αλλά αν ο θεατής δεν αναγνωρίζει τι βλέπει, αν δεν του δίνεις εσύ ο ίδιος τα μέσα να σε κρίνει, και τα όπλα να σε κατακρίνει, πληρώνεις το τίμημα: δεν μπορείς να του δώσεις και καλλιτεχνική απόλαυση, διότι αυτή προέρχεται από την φρέσκια ματιά ακριβώς πάνω σε αναγνωρίσιμα και οικεία πράγματα. (Γι’ αυτό μου αρέσει να λέω πως μια καλή ταινία είναι ελιξίριο νεότητας).
Εύχομαι οι νέοι σκηνοθέτες σύντομα να βαρεθούν τις καταγγελίες της μόδας που γουστάρουν κάποιοι «επαναστάτες» δημοσιογράφοι και να εκτεθούν προσωπικά. Πόσες φορές θα βάλουν το «μαχαίρι στο κόκαλο» ανατέμνοντας τον «καθημερινό φασισμό»; Απ’ την άλλη, η «αποδόμηση» (sic) της οικογένειας δείχνει μεγαλομανία και σύνδρομο καταδίωξης. (Αυτά πάνε πάντα μαζί).
Ο βραβευμένος σε φεστιβάλ, βέβαια, δύσκολα αλλάζει τη συνταγή της επιτυχίας. Η μόνη ελπίδα του είναι να παραμείνει η Ελλάδα σε κρίση – και της μόδας – για άλλα είκοσι χρόνια.

Βρίσκεσαι με άλλους σκηνοθέτες; Τι λέτε; Ποια είναι τα σημαντικότερα ζητήματα που σας απασχολούν;

Δυστυχώς, σχέση έχω μόνο με δυο τρεις. Εμψυχώνουμε ο ένας τον άλλον και γελάμε με τον εαυτό μας. Αν ανακαλύψουμε κάποιο μυστικό της δουλειάς, το μοιραζόμαστε – όσο γίνεται.
Μεταξύ των σκηνοθετών επικρατεί ένας γενικευμένος ανταγωνισμός εξαιτίας της διεκδίκησης των περιορισμένων κρατικών πόρων. Επειδή η φθορά είναι μεγάλη, έχω προσανατολιστεί εδώ και τρεις ταινίες σε μικρά κεφάλαια από ιδιώτες. Ωστόσο, ακόμα νιώθω την αντιπάθεια πολλών «συναδέλφων» μου. Είναι μάταιη, δεδομένου πως ούτε με ξέρουν, ούτε αντιλαμβάνονται κάτι απλό: πως ό,τι είναι πραγματικά δικό σου δεν μπορεί να σου το πάρει κανείς.
Άλλωστε, ο κόσμος είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι φανταζόμαστε.

Ό,τι συστηματοποιείται κινδυνεύει να απονεκρωθεί…

Ένας κινηματογραφιστής είναι «Αιώνιος φοιτητής» με την τέχνη του;

Ο Μπέργκμαν έλεγε πως μόνο μετά τη δέκατη ταινία απέκτησε έναν σχετικό έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Τι να πούμε κι εμείς που μάλλον δεν θα προλάβουμε;

A043_C016_0924REΤο θέμα της τελευταίας ταινίας σου πώς προέκυψε;

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πριν 10-15 χρόνια είδα γραμμένη στο καπό ενός αγροτικού μια φράση: «έχω εχθρούς διότι αξίζω». Μια ομολογία του συνδρόμου καταδίωξης αλά γκρέκα. Τώρα η φράση είναι γραμμένη στο τροχόσπιτο που οδηγούν οι δύο ήρωες. Όταν βρήκα την ιστορία μου, κατάλαβα πως, ούτε λίγο, ούτε πολύ, έπρεπε να δείξω ένα θαύμα: Μέσα σ’ ένα σαββατοκύριακο, ένας άνθρωπος βγαίνει απ’ τον «τάφο» στον οποίο είχε μόνος του εγκλωβιστεί επί πέντε χρόνια, και αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του. Ένα γνωστό θαύμα στον κινηματογράφο υπάρχει στον Λόγο του Ντράγιερ. Πώς το κατάφερε; Μυστήριο για μένα. Έπρεπε, λοιπόν, να βρω έναν τρόπο δικό μου. Έκανα κάποιες σεναριακές και σκηνοθετικές επιλογές που νομίζω λειτουργούν. Θα το κρίνει το κοινό. Θα μπορούσα, ίσως, να είχα πάει και πιο πέρα, με πιο συστηματικό τρόπο. Αλλά ό,τι συστηματοποιείται κινδυνεύει να απονεκρωθεί.

Ποια πράγματα έχουν αλλάξει από την πρώτη ταινία που έκανες μέχρι την τελευταία;

Δεν είχα την τύχη να κάνω μια ταινία που να μου ανοίξει πόρτες. Με την τελευταία, ένιωσα πως αρχίζω απ’ την αρχή. Ξανά λίγα χρήματα, πίεση χρόνου, το βάρος της παραγωγής. Έχω, όμως, περισσότερη εμπειρία. Συνεπώς, λιγότερη σπατάλη χρόνου, ενέργειας, και χρημάτων.
Νομίζω πως είναι η πιο επιτυχημένη απ’ τις τέσσερις. Κάναμε ελάχιστες πρόβες, διότι ο Ήμελλος και ο Αθερίδης ετοίμαζαν πρεμιέρες στο θέατρο. Αλλά συντονιστήκαμε εύκολα χάρις στην κοινή αλλεργία που έχουμε για τις πολλές θεωρίες. Κάναμε την ταινία με οδηγό το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας, το πιο αυθόρμητο. Αυτό που αντιπροσωπεύει το σκυλί που συναντούν οι δύο ήρωες στο ταξίδι τους. Η εργασιομανία και των τριών μας πηγάζει απ’ τη ζωτική μας ανάγκη για περισσότερη αμεσότητα, για περισσότερο αυθορμητισμό, για μια φωνή που μόλις ακούγεται μέσα στον θόρυβο που έχει επικρατήσει παντού. Δική μας δουλειά είναι να ξανακουστεί αυτή η φωνή. Αν «την ακούσουν» οι θεατές, θα μπορώ να πω ότι, επιτέλους, είμαι στον σωστό δρόμο. Πως ό,τι έχω κάνει ως τώρα ήταν προθέρμανση.

Αν είχες εξασφαλισμένη μια χρηματοδότηση, ποια ταινία θα ήθελες να κάνεις;

Ένα πολιτικό-υπαρξιακό θρίλερ με τίτλο «Στο Στόμα του Λύκου». Το σενάριο βασίζεται σε αληθινή ιστορία.

Τι σημαίνει για σένα επιτυχία μιας ταινίας; Εισιτήρια; Καλές κριτικές από τους ειδικούς;

Τα εισιτήρια και μετά οι κριτικές. Αλλά πριν απ’ αυτά υπάρχει το προσωπικό κριτήριο που μου είναι λίγο δύσκολο να το περιγράψω, διότι η εικόνα είναι το πιο αντι-αφηγηματικό μέσο. (Η καλή ζωγραφική αποκαλύπτει, δεν αφηγείται. Δεν αφηγείται απολύτως τίποτα. Για παράδειγμα, θα ήταν αδύνατον για τον Βερμέερ να κάνει ταινία). Η αφήγηση με εικόνες είναι λίγο σαν να εξημερώνεις ένα άγριο άλογο, ξανά και ξανά, πλάνο-πλάνο.

1503810_297408637074066_1327680467_n

Το στόρι της ταινίας  «Με χωρίς γυναίκες» 

Δύο σαραντάρηδες αναζητούν την «ωραία του σχολείου» τους. Οι φήμες λένε πως έχει γίνει μοναχή κάπου στην Ηλεία. Ανακαλύπτουν όμως ότι η παλιά τους συμμαθήτρια είναι στην πραγματικότητα πρόσωπο του υποκόσμου. 

Πρωταγωνιστούν: Θοδωρής Αθερίδης, Δημήτρης Ήμελλος, Σοφία Σεϊρλή, Στεφανία Καπετανίδη, Νατάσα Μαρματάκη
Φιλική συμμετοχή: Σμαράγδα Καρύδη, Γιάννης Στάνκογλου, Ιωάννης Παπαζήσης
Φωτογραφία: Claudio Bolivar, Ήχος: Ξενοφών Κοντόπουλος, Ενδυματολόγος: Ιωάννα Τιμοθεάδου, Μουσική: Μιχάλης Εμπέογλου, Τραγούδια: The Dubrovniks, James Brown, Δ/νση παραγωγής:

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s