Όταν οι Ναζί έκαναν σινεμά

η μόνη γνωστή ταινία που γυρίστηκε εξολοκλήρου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από τους Ναζί

Κάποια από τα παιδιά του Τερεζίενσταντ
Κάποια από τα παιδιά του Τερεζίενσταντ

του Θωμά Σίδερη

Το καλοκαίρι του 1944 οι Ναζί έχουν εξαντλήσει σχεδόν όλες τις γκαιμπελικές μεθόδους προπαγάνδας. Εκείνο ίσως που τους λείπει από τη συλλογή τους είναι μια ταινία μέσα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης που να δείχνει τους Εβραίους χαλαρούς κι ευτυχισμένους. Αφορμή για να γυριστεί η ταινία είναι μια προγραμματισμένη επίσκεψη αντιπροσώπων του Ερυθρού Σταυρού στο στρατόπεδο του Τερεζίενσταντ.

Το Τερεζίενσταντ δεν ήταν ένα συνηθισμένο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εξωτερικά έμοιαζε με μια πολυπληθή κωμόπολη που καθώς περιδιάβαινες τα στενά της θα μπορούσες ν’ ακούσεις μουσικούς να διαβάζουν τις παρτιτούρες τους, χορωδίες και διάφορες μικρές ορχήστρες να κάνουν πρόβες, ηθοποιούς να απαγγέλουν αποσπάσματα  θεατρικών κειμένων. Ο Φύρερ διαφήμιζε το Τερεζίενσταντ σαν ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να προστατευθούν από τον πόλεμο διακεκριμένοι Εβραίοι μουσικοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες και ηλικιωμένοι. Η αλήθεια είναι ότι επρόκειτο για ένα βαριά φυλασσόμενο γκέτο, έναν διαμετακομιστικό σταθμό για το Άουσβιτς και τα άλλα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου σε όλη την ανατολική Ευρώπη.

Ο άνθρωπος που ανέλαβε να δώσει σάρκα και οστά στις… κινηματογραφικές ανησυχίες των Ναζί ήταν ο πολυτάλαντος Κουρτ Γκέρρον, ήδη έγκλειστος στο Τερεζίενσταντ. Με εφόδιο την αξέχαστη ερμηνεία του στο τραγούδι της έναρξης «Μακ ο Μαχαιροβγάλτης» από την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, η πρεμιέρα της οποίας έγινε στο Βερολίνο το 1928, ο Γκέρρον αναδείχθηκε σε κινηματογραφικό αστέρα με τον ρόλο που ενσάρκωσε ως μάγος Κίεπερτ στην πρώτη σημαντική ομιλούσα γερμανική ταινία, τον Γαλάζιο Άγγελο, στο πλευρό της Μάρλεν Ντήτριχ. Ο Γκέρρον άφησε τον εαυτό του να πιστεύει πως οι Ναζί θα εκτιμούσαν τη συνεργασία του και δε θα τον έστελναν στους θαλάμους αερίων. Την ίδια, άλλωστε, απατηλή ελπίδα είχαν και οι εκατοντάδες κρατουμένων που εμφανίζονταν έστω και φευγαλέα σε κάποιο πλάνο της.

Καθώς ο Γκέρρον άρχισε την προετοιμασία των γυρισμάτων, αποκαλύφθηκε αμέσως το μέγεθος της Ναζιστικής απάτης. Στα κτίρια που δούλευαν οι Εβραίοι σαν σκλάβοι, υποχρεώθηκαν να βάψουν τους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους τους με ζωηρά χρώματα. Προκειμένου να μη γίνεται αντιληπτός ο υπερπληθυσμός του στρατοπέδου, η Γκεστάπο έστειλε 7.503 ηλικιωμένους και άρρωστους κρατούμενους στο Άουσβιτς όπου και θανατώθηκαν μεταξύ 16 και 18 Μαΐου 1944. Παράλληλα, αφαιρέθηκε το τρίτο κρεβάτι από τις κουκέτες στους γυναικείους κοιτώνες, προστέθηκαν κουρτίνες στα παράθυρα των υπνωτηρίων και αφέθηκαν προσωρινά βιβλία πάνω στα τραπέζια για να θυμίζουν σπιτικό περιβάλλον. Φυτεύτηκαν παντού δέντρα και λουλούδια, ενώ τοποθετήθηκαν πινακίδες σε δρόμους και κτίρια με γερμανικά ονόματα. Ακόμα και μια τράπεζα ανοίχτηκε στο Τερεζίενσταντ που διένειμε ψεύτικους και χωρίς αξία λογαριασμούς. Ξαφνικά δημιουργήθηκε ένας κεντρικός δρόμος με ένα κατάστημα καλλωπισμού και ένα καφενείο, έναν φούρνο και ένα κατάστημα που πουλούσε καφέ και ζαχαρώδη προϊόντα, όπως λαχταριστά μπισκότα και μια πολυώροφη γαμήλια τούρτα που οι κρατούμενοι που πέθαιναν από την πείνα απαγορευόταν να αγγίζουν. Οι δρόμοι που θα περπατούσαν οι αξιωματούχοι του Ερυθρού Σταυρού είχαν τριφτεί με βούρτσες, σαπούνι και νερό από τους κρατουμένους. Τα σκηνικά και οι επιτηδευμένες παρεμβάσεις στους χώρους θα καταστρέφονταν το συντομότερο δυνατόν μετά την αναχώρηση των αντιπροσώπων και την ολοκλήρωση της ταινίας.

Ο αξιωματικοί των Ες Ες δεν έφυγαν στιγμή από το πλευρό του Γκέρρον, δίνοντας συνεχώς εντολές και απειλώντας τον. Για παράδειγμα, οι Ναζί ήθελαν μια σκηνή όπου οι Εβραίοι θα διασκέδαζαν και θα γελούσαν, παρακολουθώντας μια θεατρική παράσταση. Η παράσταση στήθηκε, αλλά οι κρατούμενοι αντί να είναι χαμογελαστοί και χαρούμενοι, ήταν βουβοί και σκυθρωποί. Καθώς η πίεση των Ες Ες αυξανόταν, ο Γκέρρον υπό καθεστώς τρόμου και λουσμένος στον ιδρώτα παρακάλεσε τους θεατές να γελάσουν κατ’ εντολή στην κάμερα. Στηριζόμενος στο υποκριτικό του ένστικτο, ο Γκέρρον άρχισε να κουνάει τη μεγάλη κοιλιά του με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλέσει για λίγες μόνο στιγμές ένα θορυβώδες γέλιο.

Κρατούμενοι ανέλαβαν τα καθήκοντα των μακιγιέρ και των κομμωτών. Στους κομπάρσους, ακόμα και σ’ αυτούς που ήταν απλοί θεατές σε κονσέρτα ή σε ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου, δόθηκαν κοστούμια που επιλέχθηκαν από τις τεράστιες αποθήκες των Ναζί, οι οποίες εκτός των άλλων περιείχαν και προσωπικά αντικείμενα νεκρών κρατουμένων από διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σε μια σκηνή όπου εμφανίζονται τα μέλη μιας γυναικείας ορχήστρας, χρησιμοποιήθηκαν τα λεγόμενα «γοβάκια του ανεφοδιασμού». Πρόκειται για παπούτσια που είχαν στείλει οι Ναζί σε οικογένειες  της Μεγάλης Γερμανίας[1] που είχαν πληγεί από τους βομβαρδισμούς. Επειδή όμως δεν υπήρχαν πολλά διαφορετικά μεγέθη, ο Γκέρρον έλυσε το πρόβλημα τοποθετώντας γλάστρες γύρω από τη σκηνή, κρύβοντας έτσι τα πόδια των μουσικών.

Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στο Τερεζίενσταντ το δίμηνο Αυγούστου Σεπτεμβρίου του 1944, φαίνεται ότι ο Γκέρρον είτε κινηματογράφησε ένα μέρος από την επίσκεψη του Ερυθρού Σταυρού τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου είτε εισήγαγε στην ταινία το διαθέσιμο υλικό που είχαν στην κατοχή τους οι Ναζί. Σε κάθε περίπτωση, ο Γκέρρον βάδισε πάνω σε μια λεπτή γραμμή, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των Ναζί και την ίδια στιγμή να αποκαλύψει την αλήθεια. Ανεξάρτητα από αυτό που αποτυπωνόταν στο παρασκήνιο ή από τις σκηνές με τους καλοντυμένους ανθρώπους, ο Γκέρρον κάνοντας κοντινά πλάνα ήταν σε θέση να απεικονίσει την κατάθλιψη και τα άψυχα πρόσωπα γύρω του. Καθώς το κοινό άκουγε το Μελέτη για χορδές, το οποίο ο Πάβελ Χάας έγραψε για την περίσταση και το διηύθυνε ο Κάρελ Αντσέρλ, ο οποίος διασώθηκε και έγινε μαέστρος στη Συμφωνική του Τορόντο, ο Γκέρρον συνέλαβε τα στοιχειωμένα μάτια τους και την απελπισία τους. Ένας από τους πιο επιφανής κρατούμενους του Τερεζίενσταντ, ο Ράμπι Λεό Μπαέκ, εμφανίστηκε σε μια σκηνοθετημένη διάλεξη. Η μουσική που έπαιζε στο παρασκήνιο ήταν η οδυνηρή μελαγχολία από την αργή σύνθεση Τρίο για πιάνο, βιολί και τσέλο σε ρε ελάσσονα του Μέντελσον, η οποία απαγορευόταν από τους Ναζί σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη.

Στην ταινία του Γκέρρον είχαν μπει σκοπίμως εμβόλιμες σκηνές με παιδιά. Για παράδειγμα, σε μια σεκάνς ένα Εβραιόπουλο τρέχει πίσω από μια μπάλα. Ένας ένστολος Ναζί πιάνει τη μπάλα και τη δίνει στο παιδί με ένα φιλικό χτύπημα στο κεφάλι του. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το ίδιο παιδί δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς. Σε ένα άλλο καρέ, ένα όμορφο κορίτσι στρέφει το πρόσωπό του στο φακό αφήνοντας να του ξεφύγει ένα πομπώδες χαμόγελο καθώς ποτίζει τον κήπο. Υπήρχε ακόμα μια σκηνή με παιδιά πάνω σε άλογα ιππασίας – ο Γκέρρον κατάφερε να αποτυπώσει, έστω και φευγαλέα, τον τρόμο στα μάτια τους, αφού οι γονείς των παιδιών αυτών είχαν ήδη δολοφονηθεί. Σε κάποιο χειροκρότημα του κοινού για την παιδική όπερα Μπρουντιμπάρ, ο Γκέρρον εστίασε την κάμερά του σε ένα κοκαλιάρικο αγόρι που δε φορούσε μπλούζα. Ακόμα και στην κανονικά χαρούμενη τελευταία σκηνή της όπερας, τα παιδιά φαίνονταν αμήχανα καθώς τραγουδούσαν σαν υπνωτισμένα το ρεφρέν. Από κάποιο σημείο και μετά ο σκηνοθέτης ρίσκαρε, αφήνοντας κατά μέρος τους υπαινιγμούς και περνώντας στην ωμή αλήθεια.

Μόλις ο Γκέρρον ολοκλήρωσε την ταινία σύμφωνα με τις οδηγίες του υπουργού Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκαίμπελς, ένα σφραγισμένο τρένο έφυγε από το Τερεζίενσταντ κουβαλώντας το τελευταίο φορτίο του με περισσότερους από δυο χιλιάδες κρατουμένους που είχαν συμμετάσχει στην παραγωγή. Όταν το τρένο έκανε μια στάση στο Άουσβιτς και οι πόρτες απασφαλίστηκαν, το όνομα του Γκέρρον  ήταν ήδη στα μαύρα κατάστιχα. «Κουρτ Γκέρρον, ράους! Βγες έξω!». Οι άλλοι κρατούμενοι παρακολουθούσαν τον Γκέρρον να κατεβαίνει από τη βοϊδάμαξα στα χέρια των φρουρών των Ες Ες. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ο ίδιος δεν έριξε ούτε μια ματιά γύρω του. Με το κεφάλι ψηλά βάδισε κατευθείαν στο θάλαμο αερίων. Ήταν σαράντα επτά ετών.

Η τεχνική επεξεργασία της ταινίας έγινε στην Πράγα και στάλθηκε μια κόπια στο Βερολίνο, καταστράφηκε όμως προτού παραδοθεί η Γερμανία. Πρέπει να ήταν στα τέλη του 1945 όταν ο επικεφαλής εικονολήπτης, Ιβάν Φριτς, που κρατήθηκε τεχνηέντως σε κάποια απόσταση από τις δολοφονικές αλήθειες του Τερεζίενσταντ, έμαθε τι είχε συμβεί στον Γκέρρον και στις μάζες των Τσέχων που συμμετείχαν στην ταινία. Μετά τον πόλεμο, κάποια κομμάτια του φιλμ που γύρισε ο Φριτς για τον Γκέρρον –μεταξύ των οποίων ήταν σκηνές από το Μπρουντιμπάρ και ένα κομμάτι του Χάας για την ορχήστρα εγχόρδων- βρέθηκαν σε μια τσέχικη εταιρεία παραγωγής. Ερευνητές συνεχίζουν να ανακαλύπτουν επιπλέον κομμάτια της ταινίας σε αρχεία, έτσι ώστε κάποια μέρα οι σωζόμενες σκηνές να συνδυαστούν μαζί και να δώσουν το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ που έφτιαξε ο Γκέρρον.


[1] Μεγάλη Γερμανία ονόμαζαν οι Ρωμαίοι μια μεγάλη και σχετικά ανεξερεύνητη περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης, εκτεινόμενη από το Ρήνο στα δυτικά έως το Βιστούλα στα ανατολικά.

Advertisements

One thought on “Όταν οι Ναζί έκαναν σινεμά

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s