Πρωτοχρονιά με τον μπαμπά

στη μνήμη του πατέρα μου, Θοδωρή Σίδερη

Μου ‘χε απομείνει ένα τσιγάρο κι όλο ανέβαλλα να τ’ ανάψω. Ή μάλλον έψαχνα την κατάλληλη ευκαιρία. Ψαχούλεψα την τσέπη μου κι εντόπισα μέσα σ’ ένα πλήθος άχρηστων κερμάτων το σπιρτόκουτο. Το άνοιξα με τα δάχτυλα, έβγαλα ένα σπίρτο κι άρχισα να το δαγκώνω νευρικά.

Η μοναδική συντροφιά μου απόψε είναι η πηχτή κίτρινη ομίχλη. Όταν ήμουν παιδί, συνήθως τέτοια ώρα κοιμόμουν. Μάλλον δε θυμάμαι ποτέ να ήμουν ξύπνιος όταν άλλαζε ο χρόνος. Ήμουν παραδομένος σ’ έναν βαθύ λυτρωτικό ύπνο… Τα όνειρά μου έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω σ’ ένα παιδικό τρένο που άλλοτε άφηνε πίσω του κατάφωτους σταθμούς -κάποια φθαρμένα πλακάκια της κρεβατοκάμαράς μου- κι άλλοτε σκόνταφτε πάνω στο κομοδίνο ή πάνω στις παντόφλες μου κι εκτροχιαζόταν άδοξα. Άλλες φορές σκαρφάλωνα πάνω σ’ ένα γκρίζο αεροπλάνο, αλλά αυτός ήταν εφιάλτης, αφού το αεροπλάνο γύριζε συνεχώς γύρω από τον εαυτό του, σαν μια ατέρμονη περιδίνηση, λίγο πριν την τρομαχτική βουτιά στο κενό. Στ’ αλήθεια, ένιωθα μέσα στον ύπνο μου να με καταπίνουν μαύρες τρύπες. Άλλες φορές πάλι –στον ύπνο μου πάντα- βρισκόμουν στην κορφή ενός γυαλιστερού κατακόκκινου πυροσβεστικού, που η μάνικα του νερού είχε στερέψει. Τότε πεταγόμουν πάνω με τα χείλια και το στόμα στεγνωμένα, σκασμένος από τη δίψα.

Πάντως, αυτό το κατακόκκινο γυαλιστερό πυροσβεστικό ήταν ένα μικρό θαύμα της παιδικής ηλικίας μου. Και φυσικά το πρώτο και τελευταίο θαύμα που μου συνέβη. Δε θυμάμαι να είχα πει ποτέ στους γονείς μου “θέλω ένα πυροσβεστικό”. Κι όμως, το επόμενο πρωί που με οδήγησαν στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, το πυροσβεστικό που είχα ονειρευτεί ήταν εκεί. Άσφαιρο και παροπλισμένο, αλλά γυαλιστερό και κατακόκκινο.

Με το πυροσβεστικό στην αγκαλιά –την είχα ανοίξει όσο περισσότερο μπορούσα και πάλι το όχημα δε χώραγε- γύρισα και κοίταξα τις πιατέλες με τα γλυκά. Όπως πάντα, ένα μελομακάρονο δαγκωμένο στην άκρη και λίγη άχνη κουραμπιέδων πάνω στο βελούδινο τραπεζομάντιλο της τραπεζαρίας… Αχ, αυτό το τραπεζομάντιλο… Βαθύ κόκκινο, μου άρεσε να το χαϊδεύω για να χαζεύω μετά τα βελούδινα κύματα… Κι αυτά τα κρόσσια του, γύρω γύρω από το βαρύ ξύλινο τραπέζι, μέσα στη μέση του σαλονιού.

Το σαλόνι μας δεν το ανοίγαμε ποτέ. Ή μάλλον το ανοίγαμε μόνο για τους επισκέπτες. Για τις γιορτές του πατέρα μου ή για κάποιες έκτακτες περιπτώσεις, όπως τα προξενιά της μεγάλης μου αδελφής. Το σαλόνι μας είχε μια μυρωδιά μούχλας και υγρασίας. Είχε τη μυρωδιά και την παγωμάρα της ακινησίας.

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, ο μπαμπάς μου ήταν ένας αδέξιος Άγιος Βασίλης. Ποτέ δεν προχώρησε σε  μια δεύτερη μπουκιά μελομακάρονο και ποτέ δεν άφησε λίγο περισσότερη άχνη. Μόνο και μόνο για να μη λερώσει το τραπεζομάντιλο ή για να μη γεμίσει με τρίμματα τα μωσαϊκά. Ε αυτός δεν ήταν άγιος, ήταν ένας ψυχαναγκαστικός με την καθαριότητα επισκέπτης. Σκέψου και να φοβόταν να λερώσει τη γενειάδα του στην καμινάδα!

Με το χέρι μου προσπάθησα να διαλύσω την ομίχλη από μπροστά μου. Στο βάθος, μια καμινάδα εργοστασίου έβγαζε παχύ άσπρο καπνό. Μα τι στην ευχή, δουλεύει κι απόψε, παραμονή Πρωτοχρονιάς;

“Τα εργοστάσια δε σταματούν ποτέ”, άκουσα μια φωνή πίσω από την πλάτη μου. Γύρισα το κεφάλι τρομαγμένος.

“Μπαμπά, εσύ;”

“Ναι… γιατί σου κάνει εντύπωση;”

“Πού ήσουν;”

“Πέρασα πρώτα από τα διυλιστήρια… Τα μισά χρόνια της ζωής μου τα έφαγα εκεί μέσα. Μετά από τη χαλυβουργία και στο τέλος άφησα τα διαλυτήρια των πλοίων. Ξέρεις, εκεί παίζεται το τελευταίο μέρος του δράματος… Όπως σου είπα, τα εργοστάσια δε σταματούν ποτέ. Παρά μόνον όταν οι εργάτες κατεβαίνουν σε απεργία. Θυμάσαι τις απεργίες που έκανα; Θυμάσαι που σε πήρα κάποτε κι έκατσες μαζί μου έξω από την πύλη του εργοστασίου; Θυμάσαι πόσες Πρωτοχρονιές δε βρήκες τίποτα κάτω από το δέντρο;”

“Εντάξει, βρε μπαμπά… Τώρα πια δε με πειράζει…”

“Θα μου δώσεις το τελευταίο τσιγάρο σου;”

“Μα εσύ δεν καπνίζεις!”

“Θα μου το δώσεις;”

Του το έδωσα. Το έβαλε στο στόμα του και χωρίς να το ανάψει χάθηκε πάλι μέσα στην πηχτή ομίχλη. Ένιωσα την υγρασία να μου διαπερνάει το σώμα. Ήθελα κάπου να χωθώ, να κουρνιάσω. Πέταξα χάμω όλα τα σπίρτα μου –δε θα μου χρησίμευαν άλλωστε πουθενά- και κουλουριάστηκα μέσα στο αδειανό σπιρτόκουτο. Τουλάχιστον εκεί μέσα, θα μπορούσα να ονειρεύομαι ακόμα σαν παιδί.

> Το κείμενο περιέχεται στη συλλογή «Αυτόν τον καφέ στον χρωστάω» | «Κείμενα και κουβέντες στην εποχή της κρίσης», που εκδόθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων το 2013 από τις εκδόσεις BROKEN HILL | Cmyk. 

kafes

Advertisements

One thought on “Πρωτοχρονιά με τον μπαμπά

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s