# 2 | Τα προσφυγικά της Ανάστασης και το κέντρο που πρωτοτραγούδησε η Ρόζα

Από τον προσφυγικό οικισμό στην Ανάσταση.

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ο καθένας προσπαθούσε με κόπο να μαζέψει τα κομμάτια της ζωής του. Το καλοκαίρι του 1950  η βασίλισσα Φρειδερίκη, με κοντομάνικο λουλουδάτο φόρεμα, φωτογραφίζεται στα προσφυγικά της Ανάστασης.  Τριγύρω της, σαν ανήσυχο μελίσσι, το παιδομάνι. Μικρά κοντοκουρεμένα κεφάλια και μάτια μεγάλα, γεμάτα απορία.  Και κάπου στο βάθος παραμονεύει η αμηχανία των ενηλίκων. Τα πρόσωπα σκαμμένα, μαρτυρούν αυτά που πέρασαν, φοβούνται γι’ αυτά που θα έρθουν.

του Θωμά Σίδερη

Αρχικός πυρήνας της περιοχής της Ανάστασης ήταν ο προσφυγικός συνοικισμός που κτίσθηκε εκεί, γύρω στο 1930-32 για να στεγασθούν πρόσφυγες από την Ιωνία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Σινασό και αλλού. Αποτελούνταν από είκοσι πέντε πέτρινες κεραμοσκεπείς τετρακατοικίες, δηλαδή εκατό διαμερίσματα των δύο δωματίων, με δύο διαμερίσματα ισόγεια και δύο διαμερίσματα στον επάνω όροφο με ανεξάρτητες εισόδους. Το κάθε διαμέρισμα είχε και από ένα μικρό οικόπεδο στο οποίο αργότερα μπόρεσαν αρκετοί να κτίσουν ένα-δύο επί πλέον δωματιάκια για τις ανάγκες των οικογενειών τους.

Ο εργολάβος που τις κατασκεύασε τις κατοικίες αυτές ήταν ο Δημήτρης Αθανασόπουλος, ο οποίος υπήρξε θύμα άγριας δολοφονίας από τη σύζυγο, την πεθερά του και τον εξάδελφο της συζύγου του. Το γεγονός είχε προκαλέσει τεράστια εντύπωση και αναστάτωση στην εποχή του και χαρακτηρίστηκε ως έγκλημα του αιώνα, αφού ήταν το πρώτο -τουλάχιστον επίσημα καταγραμμένο- έγκλημα τέτοιου είδους. Ο Αθανασόπουλος, δολοφονήθηκε στον ύπνο του, από την πεθερά του Άρτεμη Κάστρου και τον ανιψιό της Δημήτρη Μοσκιό, με τη συνέργια της γυναίκας του Φούλας Αθανασόπουλου και της υπηρέτριας του σπιτιού. Οι δράστες προσπάθησαν να κάψουν το πτώμα, τελικά όμως το τεμάχισαν, το έκαναν δέματα και τα πέταξαν στον Ιλισσό. Μετά από μερικές μέρες τα δέματα ανακαλύφθηκαν τυχαία, πράγμα που οδήγησε στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Τα γεγονότα αυτά έγιναν η αφορμή να γράψει ο ρεμπέτης Ιάκωβος Μοντανάρης ένα τραγούδι με τίτλο Κακούργα Πεθερά, από το οποίο έμεινε ιστορική η περίφημη φράση «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ‘μελλε να πάθεις /από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις».

Ο συνοικισμός της Ανάστασης περικλειόταν από τις οδούς Αναλήψεως, Γραβιάς (νυν Α.Μιαούλη), Αϊβατζίδη και Μεσολογγίου (νυν Αδριανού). Προς βορρά ήταν το νεκροταφείο και τα Ταμπούρια, προς νότο συνόρευε με την Δραπετσώνα, ανατολικά με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου και δυτικά με τον συνοικισμό της Ευγένειας. Τους δύο συνοικισμούς τούς χώριζε η λεωφόρος 25ης Μαρτίου από την οποία περνούσαν εναερίως, με ένα είδος τελεφερίκ, τα βαγονάκια που μετέφεραν την πρώτη ύλη στο τσιμεντάδικο από το λατομείο της Αμφιάλης.

Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν επαγγελματίες: καθηγητές, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, εκτελωνιστές, γιατροί, λογιστές, υπάλληλοι κλπ. Δίκαια λοιπόν η περιοχή είχε χαρακτηρισθεί ως το Κολωνάκι του Πειραιά.

Το 1948, στην πλατεία Αναστάσεως, κοινώς Περιβολάκι, ο τότε δήμαρχος Κερατσινίου και μετέπειτα βουλευτής της Ε.Ρ.Ε Χρήστος Μπουγάς, ανήγειρε ηρώο πεσόντων της μάχης ΠΑΟΥΕΡ (αργότερα Η.Ε.Α.Π. και μετέπειτα Δ.Ε.Η) με ένα άγαλμα «Εργάτριας» που έφερε την υπογραφή του σημαντικού γλύπτη Ζογγολόπουλου. Στο ηρώο αυτό μέχρι τη δεκαετία ‘60 τα σχολεία και οι διάφοροι φορείς κατέθεταν στεφάνια στις εθνικές εορτές.

Στην περιοχή της Ανάστασης υπήρχε ένας  θερινός κινηματογράφος, το Τιτάνια, και αργότερα τη δεκαετία του ‘60 η Ανεμώνη. Υπήρχε ακόμα μια Παιδική Στέγη για παιδιά προσχολικής ηλικίας που ίδρυσε η Αγγλίδα Κρόσφιλδ, ένα Πολυιατρείο, το 4ο δημοτικό σχολείο, που το έλεγαν “του Αυγουλά”, από το όνομα ενός παλιού δάσκαλου, καθώς και το ιδιωτικό δημοτικό της Μαίρης Γιουρμετάκη-Καραγιαννάκη. Είχε ένα ζαχαροπλαστείο, του Δημόπουλου, έναν φούρνο, του Παπά, δύο καφενεία, το ένα του Ιωαννίδη και το άλλο του Ψωμιάδη, δύο-τρία παντοπωλεία και διάφορα άλλα μικρομάγαζα. Δεν υπήρχε ούτε ένας αθλητικός χώρος, εκτός από κάποιες αλάνες, όπως αυτή του Τσαλαπάτα, και έτσι τα παιδιά της περιοχής μετέτρεψαν την πλατεία της Ανάστασης σε αυτοσχέδιο γήπεδο ποδοσφαίρου. Όμως ο φύλακας άγγελος της πλατείας, που άκουγε στο όνομα Ηλίας Βλασιάδης και που στα μάτια των παιδιών φάνταζε περισσότερο σαν δράκος παρά σαν άγγελος, τα έδιωχνε και τα κυνηγούσε συνεχώς.

Μια σκάλα για τον ουρανό.

Για τα θαλασσινά μπάνια τους οι κάτοικοι πήγαιναν οικογενειακώς στον Ακροκέραμο», στο νοτιοδυτικό άκρο της Δραπετσώνας, περίπου μισή ώρα δρόμος με τα πόδια. Εκεί υπήρχαν δύο παραλίες: τα Πρώτα και τα Δεύτερα, όπως τα έλεγαν. Οι παραλίες αυτές είχαν βότσαλα και ήταν εξαιρετικά καθαρές. Το 1970 όμως, έγινε η εκβολή του αποχετευτικού αγωγού του λεκανοπεδίου της Αττικής και έτσι απλά σε πολύ σύντομο χρόνο καταστράφηκε όλη η περιοχή.

Τη δεκαετία του ’60 οι διαδικασίες αποπεριθωριοποίησης του ρεμπέτικου τραγουδιού έχουν ήδη προχωρήσει. Με τις ανάλογες προσαρμογές έχει αποκτήσει ευρύτερη κοινωνική απήχηση και αποδοχή. Η Συννεφιασμένη Κυριακή του Βασίλη Τσιτσάνη ενώνει και εκφράζει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Παράλληλα, κατοχυρώνει το μπουζούκι στη λαϊκή συνείδηση και διαμορφώνει μία αισθητική λαϊκής ορχήστρας και λαϊκών φωνών. Η φτώχεια, η μετανάστευση και η παρακίνηση του κοινωνικού σώματος, περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική, ευνοούν την ανάπτυξη του λαϊκού τραγουδιού.

Η περιήγησή μας ξεκίνησε από την περιοχή της Ανάστασης. Κι αυτό δεν έγινε τυχαία. Εκεί υπήρχαν δύο ξακουστά νυχτερινά κέντρα. Το ένα ήταν του Κεραντζάκη, όπου τραγούδησε για πρώτη φορά η Ρόζα Εσκενάζυ. Το άλλο ήταν ένα μαγαζί που ανήκε σε κάποιον Κωνσταντόπουλο. Στο πάλκο του ανεβαίνει το 1993 μια ιδιότυπη τετράδα μουσικών, η οποία αρχικά συστήνεται ως Πειραιώτικη Κομπανία. Στην ιστορία όμως έμεινε ως η Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς. Την τετράδα αποτελούν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Ανέστης Δελιάς ή Αρτέμης, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Γιώργος Μπάτης. Ο χαρακτηρισμός της ως ξακουστή δεν είναι σε καμιά περίπτωση σχήμα λόγου. Η μουσική αυτή παρέα θ’ αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Σαν σκηνικό νεορεαλιστικής ταινίας.

Ο Μάρκος, γλαφυρός όπως πάντα, μας μιλά για εκείνο το μαγαζί.

«Έπαιξα για πρώτη φορά στην Ανάσταση του Πειραιώς. Υπάρχει ακόμα. Στη σημερινή Ευγένεια. Είναι πιο πέρα απ’ τον Άγιο Διονύση. Αυτό έγινε το 1934-35. Εκεί είχε ένα μαγαζάκι, μια παράγκα με ξύλα ο Κωνσταντόπουλος. Εκεί έπαιζα εγώ, ο Μπάτης, ο Ανέστος, ο Στράτος. Επαίζαμε εκεί πέντε έξι μήνες. Και εκεί εμαζευόντανε ένας άπειρος κόσμος, πολύς. Δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμος. Εκεί εσεργιανούσε όλος ο κόσμος. Ερχόντουσαν πολλοί από διάφορα μέρη, δηλαδή από την Αθήνα και απ’ όλες τις συνοικίες, από τις επαρχίες, και εκαθόντουσαν και εγλεντούσαν. Δηλαδή ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό στον Πειραιά με τη λαϊκή ορχήστρα. Ήταν για πρώτη φορά ε; Μεγάλη δουλειά. Εκεί ελανσάρισα το Αντιλαλούν οι φυλακές. Επίσης τότε ελανσάρισα το Κάντονε Σταύρο, κάντονε, το Μ’ έκαψες τσαχπίνα μου ωραία, το Μια γαλανομάτα μια τρελή τσαχπίνα. Πάνω από είκοσι εικοσιπέντε τραγούδια ελανσάρισα εκεί πέρα…»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:

#1 | Έναρξη – Λαϊκή απογευματινή της Κυριακής

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s