Όταν ο Ουμπέρτο Έκο επισκέφθηκε το Άγιον Όρος

ΚΑΡΥΕΣ 1988
Όταν αφήσαμε πίσω μας τα Στάγειρα, η βαριά σκιά που έριχνε το άγαλμα του μεγάλου δάσκαλου έχασε το βάρος της. Μπορεί ο Ουμπέρτο ‘Εκο να τον θεωρεί σαν τον πιο έξυπνο Έλληνα όλων των εποχών, η σκόπιμη όμως αποφυγή οποιασδήποτε αναφοράς στο αριστοτελικό έργο αποτελούσε πηγή ανακούφισης.

Εξάλλου, η σιωπηρή συμφωνία που είχε για στόχο λίγες μέρες πραγματικής ξεκούρασης, εκτός από το αυστηρό ίingognito, περιλάμβανε και την αυτονόητη αποφυγή οποιουδήποτε θέματος που θα είχε σχέση με βιβλία, εκδότες και συγγραφείς. Στην Ουρανούπολη, όμως, φάνηκε για μια ακόμη φορά ότι οι βουλές των ανθρώπων σπάνια συμπίπτουν με τις βουλές άλλων ανθρώπων. «Έτσι πέσαμε πάνω στην εφημερίδα που είχε την είδηση: το νέο βιβλίο του Ουμπέρτο ‘Έκο που θα παρουσιαζόταν στην έκθεση της Φρανκφούρτης, είχε τον τίτλο «Το εκκρεμές του Φουκώ».
Στο ίδιο κομμάτι, παρμένο από ιταλική εφημερίδα, ανάμεσα σε πλήθος ανακρίβειες περιλαμβάνονταν και μερικά ακόμη στοιχεία για το προαναγγελλόμενο και, φυσικά, «προπωληθέν» μυθιστόρημα. Δράστης της διαρροής ένας φίλος του συγγραφέα, λόγιος, δοκιμιογράφος και πασίγνωστος στην Ιταλία, ο Oreste del Buono που, όπως δήλωσε ζητώντας συγνώμη, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό κι έτσι αποκάλυψε τα όσα — ελάχιστα — γνώριζε για το έργο. Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε τη συνέχεια. Η είδηση, κατρακυλώντας σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, κι όχι μόνο στην Ιταλία, θα αποτελούσε το προανάκρουσμα ενός αναμενόμενου ξεσπάσματος. Κι επειδή στα χρόνια που ζούμε τα μέσα της ενημέρωσης τα χειρίζονται πανέξυπνοι και παμπόνηροι άνθρωποι, έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε επιφυλακτικοί τόσο σχετικά με την ένταση του πειρασμού που βασάνιζε τον δημοσιογράφο, όσο και για την ειλικρίνεια της συγνώμης του. Γεγονός πάντως, είναι ότι από τη στιγμή εκείνη το «Εκκρεμές» θα έκανε αρκετά συχνά την εμφάνιση του στις διάφορες συζητήσεις, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να το αγνοήσουμε. Στο λιμανάκι της Δάφνης βρισκόμαστε ακόμη στον έξω κόσμο. Τον δικό μας. Όταν, όμως, μετά την τελευταία στροφή του ανηφορικού δρόμου βλέπουμε τη Μονή της Σιμωνόπετρας, καταλαβαίνουμε ότι σύντομα θα πρέπει να δεχτούμε πως εδώ ισχύουν κάποια άλλα, διαφορετικά μέτρα.

Σιμωνόπετρα, 1988. 
Στους εξώστες του μοναστηριού μπορείς να μείνεις ώρες σιωπηλός ή να παρασυρθείς σε ατέλειωτες φλυαρίες. Κι ο Ουμπέρτο, πολύγλωσσος και συνήθως λαλίστατος, κουβεντιάζει με τους μοναχούς προσπαθώντας, μέσα στον ελάχιστο δυνατό χρόνο να γνωρίσει όσο το δυνατόν περισσότερα. Κι όπως είναι φυσικό, σε μια συζήτηση που γίνεται χωρίς κανένα πρόγραμμα και που τα θέματα της ξεκινάνε από το αλάθητο του πάπα και φτάνουν στο Μάη του ’68, θα ξεπροβάλει κάποια στιγμή και το θέμα που πάντοτε τον γοητεύει: οι αιρέσεις. Και, τελείως αυθόρμητα, θα του «ξεφύγει» ότι στο νέο του βιβλίο (το Εκκρεμές) υπάρχουν και αρκετές σελίδες αφιερωμένες σ’ αυτό το θέμα. Στις Καρυές, μετά από μια σύντομη επίσκεψη στη Μονή Ιβήρων, στο κονάκι της Σιμωνόπετρας, ο μοναχός Ελισαίος δεν είναι μόνο ένας άψογος οικοδεσπότης. Νεώτατος σε ηλικία, σοβαρός και ανεκτικότατος, έχει μελετήσει και τους λατίνους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μιλάει αργά και ήρεμα, δεν εντυπωσιάζεται κι ούτε θέλει να εντυπωσιάσει. Σχολιάζει με την ίδια σεμνότητα τις απόψεις του Αγίου Αυγουστίνου ή του Θωμά του Ακινάτη και τις καθημερινές μας μικροαπορίες. Οι μοναχοί δοκιμάζουν το ρακί — που τόσο άρεσε στον Ουμπέρτο Έκο — όταν το φτιάχνουν. Δεν πίνουν, όμως, γιατί το οινόπνευμα αλλοιώνει τη σκέψη τους. Κι όσο για τις ανησυχίες του διάσημου καθηγητή σχετικά με το επίπεδο συντήρησης και διαφύλαξης των πολύτιμων χειρογράφων, τις θεωρεί σχεδόν αδικαιολόγητες. Η παράδοση δεν σώζεται συντηρώντας τους κώδικες ή τις εικόνες και προβάλλοντας τους θησαυρούς με στόχο την άγρα τουριστών. Μια τέτοια παράδοση δεν ενδιαφέρει. Η ζωντανή παράδοση, η μόνη που αξίζει να περισωθεί, βρίσκεται μέσα στον κάθε μοναχό, μια και ο καθένας έχει μέσα του, ζωντανό, τον Ναζωραίο…
Σιμωνόπετρα 1988
Οι καμπάνες και τα σήμαντρα μας οδηγούν στη μουσική. Ο Ουμπέρτο, που παίζει φλάουτο, πιστεύει πως ένα από τα στοιχεία που χαρίζουν ομορφιά σε μια σύνθεση, είναι οι aσυνήθιστοι συνδυασμοί των ήχων και, κατά συνέπεια, η δυσκολία της εκτέλεσης. Όχι μόνο διαφωνούμε αλλά και φαίνεται ξεκάθαρα πως η κουβέντα δεν πρόκειται να καταλήξει πουθενά. Εξάλλου, στις αμέτρητες σελίδες που έχει γράψει ως τώρα, η μουσική κατέχει μια πολύ περιορισμένη θέση. Η αντίδραση του στην τελευταία παρατήρηση είναι αρκετά έντονη και προκαλεί μια ακόμη «διαρροή», αυτή τη φορά σκόπιμη. Στο νέο του βιβλίο (πάλι το «Εκκρεμές»!) θα υπάρχουν και αρκετές σελίδες για τη μουσική. Και γιατί να μην υπάρχουν; Σίγουρα το «Εκκρεμές» εκτός από πανέξυπνο και περίτεχνο θα είναι και πολυσέλιδο. Η εξυπνάδα όμως, η δεξιοτεχνία και οι απεριόριστες γνώσεις δεν οδηγούν σίγουρα στη δημιουργία ενός «καλού» μυθιστορήματος μια και, είτε το θέλουμε είτε όχι, για τη γοητευτική πεζογραφία υπάρχουν μέσα μας και πλήθος άλλες προδιαγραφές. Και γιατί ένα βιβλίο, ας πούμε «Το Όνομα του Ρόδου», θα πρέπει να έχει τόσο πλούτο (και βάρος) πληροφοριών; Μήπως οι λογοτέχνες (και όχι μόνο αυτοί) δεν προσπαθούν να συμπιέσουν τον όγκο, να περιορίσουν την έκταση και να ενισχύσουν την ένταση; Είναι κι αυτό ένα από τα κομμάτια του συναρπαστικού σημειολογικού παιχνιδιού. Από το μεγάλο έπος στο ποίημα με τους λίγους στίχους, κι ακόμη παραπέρα στον ένα και μόνο στίχο, κι απ’ αυτόν στη μια και μόνο λέξη, κι από την πολυσύλλαβη στην πιο μικρή, την απολύτως αμετάφραστη κι ίσως ακατανόητη: τζίγκι… Η μακρόχρονη φιλία επιτρέπει την ανεμπόδιστη εκδήλωση οποιασδήποτε κρίσης, ακόμη και της πιο αρνητικής. Κι ο Ουμπέρτο Έκο αντιδρά με τη νηφαλιότητα του σοφού και του δυνατού.
Καρυές 1988
— Δεν πειράζει. Κανένας δεν είναι τέλειος.
Η πρόκληση είναι ολοφάνερη. Ποιος (κανένας) δεν είναι τέλειος; Συγγραφέας ή αναγνώστης; Η στιγμή επέβαλε υποχρεωτικά την παράφραση των όσων είπε ο Μότσαρτ όταν, μετά την παράσταση μιας όπερας του Σαλιέρι, ο συνθέτης ρώτησε τη γνώμη του νεαρού Αμαντέους.
— Ένα τέτοιο βιβλίο μόνο ένας Ουμπέρτο Έκο θα μπορούσε να γράψει!
Αυτά σχετικά με το «Όνομα του Ρόδου». Όσο για το «Εκκρεμές του Φουκώ», μπορεί να μας αρέσει, μπορεί και όχι, σίγουρα όμως θα το διαβάσουμε.
Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ   Ι Ω Α Ν Ν Ι Δ Η Σ, περιοδικό «Το Τέταρτο», τεύχ. 33, Δεκέμβριος 1988

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s