Η χαρμολύπη της Κανέλας και η ηχώ των αιώνων

Γύρνα προσφυγοπούλα ξέχνα την συμφορά
και στα παλιά λημέρια θα πάμε μια φορά
Στην έμορφη μας Σμύρνη που ζήσαμε παλιά
και ‘κει γλυκιά μου αγάπη θα ζούμε με φιλιά.

Παναγιώτης Τούντας, Ρεμπέτικ

kanela_apo_th_smyrnhτου Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Για όλα τα μικρά αγόρια της μακρινής πια δεκαετίας του ’60, που έπαιζαν στους χωματόδρομους της προσφυγικής συνοικίας στη Θεσσαλονίκη, τα τουρκικά, ιδίως οι βρισιές τους, ήταν και παρέμειναν αναπόσπαστο κομμάτι του soundtrack της ζωής τους. Σε κάθε μικρή και μεγάλη αταξία τους, οι γιαγιάδες της γειτονιάς, πάνω στα νεύρα τους, ξεχνούσαν τα ελληνικά (;) και τα έβριζαν στα τουρκικά. Μπορεί, όμως, να μην ήθελαν να διαταράξουν τα χρηστά ήθη των μικρών κοινωνιών, όπου συνυπήρχαν, με δυσκολία είναι αλήθεια, οι ντόπιοι με τους πρόσφυγες, παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει ήδη αρκετές δεκαετίες από τότε που ξεκίνησε η κοινή τους συμβίωση.

Ο χρόνος, ωστόσο, αμβλύνει τις αντιθέσεις και καταλαγιάζει τα πάθη. Οι αφηγήσεις για το μεγάλο αυτό και επί δεκαετίες ανεπούλωτο τραύμα, είναι πλέον έργο των ελάχιστων υπέργηρων που έχουν απομείνει, εκείνων που τις άκουσαν από την πρώτη γενιά της προσφυγιάς και, των ευαίσθητων χρονικογράφων της εποχής, τους συγγραφείς που με τη γραφίδα τους προσπαθούν να διασώσουν μια μεγάλη παράδοση.

Στην ταραγμένη εποχή μας, στην εποχή των τεκτονικών αλλαγών και των ανεξέλεγκτων, προς το παρόν, συγκρούσεων διαφόρων γεωπολιτικών δυναμικών, η Ευρώπη, έρχεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με το πρόβλημα των μαζικών μετακινήσεων των λαών. Δεν είναι καινούριο. Δεν το ζούμε για πρώτη φορά. Η τελευταία ήταν μόλις πριν 70 χρόνια, με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Σήμερα, έχοντας εξ απήνης καταληφθεί από τις ραγδαίες εξελίξεις, παρακολουθούμε αμήχανοι, αναζητούμε νέες σταθερές, νέα σημεία αναφοράς, νέες λύσεις, σε παλιά προβλήματα. Η αισιόδοξη πλευρά μου, μού λέει πως κάποια στιγμή θα τις βρούμε.

Η εύρεση λύσεων, όπως πάντα στην ιστορία της ανθρωπότητας, στηρίζεται στην συσσωρευμένη εμπειρία των ανθρώπων και των κοινωνιών. Σε αυτή θα βρεθούν και αυτή τη φορά οι απαντήσεις στα ερωτήματα που στοιχειώνουν την καθημερινότητά μας.

Ο άνθρωπος, ανέκαθεν, έχει την τάση να καταγράφει τις εμπειρίες και τα βιώματά του. Τα χρονικά, τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα, οι αναμνήσεις, είναι πολύτιμο υλικό της ιστορίας αλλά και της μικροιστορίας.

Η λογοτεχνία είναι ένας από τους τρόπους συσσώρευσης αυτής της εμπειρίας. Είναι, ίσως, ο πιο δύσκολος και απαιτητικός, μα συνάμα και πιο γοητευτικός. Κι αυτό γιατί θα πρέπει σε μια σελίδα χαρτιού να συνυπάρξει η ιστορική αλήθεια και η μυθοπλασία.

Αυτό το δύσκολο έργο ανέλαβε να διεκπεραιώσει και ο καλός συνάδελφος Θωμάς Σιδέρης, με την «Κανέλα από τη Σμύρνη», ένα βιβλίο που περιγράφει την καταστροφή του ελληνισμού στα πανάρχαια χώματα της Ιωνίας, εκεί που έχει τις απαρχές του ο ελληνικός Λόγος με την άνθιση της προσωκρατικής φιλοσοφίας.

Η καταστροφή αυτού του τμήματος του ελληνισμού, αποτέλεσμα μιας άφρονας πολιτικής της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ της εποχής, σημάδεψε βαθιά τον 20ο αιώνα. Ο Θωμάς το γνωρίζει αυτό και με συνείδηση καταπιάνεται με την περιγραφή τόσο της ίδιας της καταστροφής όσο και της μετέπειτα πορείας των ξεριζωμένων.

Μέσα από την ιστορία τεσσάρων γυναικών ο αναγνώστης διατρέχει με τη φαντασία του, όλη τη μεγάλη πορεία του ελληνισμού από την περιφέρεια στο κέντρο, από την ευημερία στην καταστροφή και από εκεί στο ξαναστήσιμο της ζωής.

Το μυθιστόρημα του Θωμά είναι η καταγραφή πολλών μικροιστοριών, τις οποίες άλλοι ακούσαμε από τρίτους, άλλοι ζήσαμε μαζί τους στις οικογένειες μας ή στους ευρύτερους σχηματισμούς βασισμένους στο κοινό αίμα και όνομα. Για τους απόγονους των προσφύγων του ’22, η «Κανέλα από τη Σμύρνη» είναι ένα μικρό μαρτυρολόγιο, ένα οδοιπορικό στον Γολγοθά του καθένα που διέσχισε το αρχιπέλαγος του Αιγαίου για να βρεθεί στο μητροπολιτικό κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Εκεί, μαζεύοντας τα κομμάτια του, προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του, να ξαναφτιάξει τη ζωή του.

Οι ηρωίδες και οι ήρωες του Θωμά είναι οι γιαγιάδες μας, οι παππούδες μας, είναι οι χαραγματιές στο σώμα της πατρίδας που δε θέλει, και καλά κάνει, να ξεχάσει. Μέσα από τις ιστορίες των ηρώων αυτών ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας όλη η ιστορία του 20ου αιώνα. Ζωντανεύουν όμως και οι ιστορίες των μικρών ανθρώπων, αυτές που τραγούδησε το ρεμπέτικο, αυτές που έγιναν τα θεμέλια της νέας ζωής, αυτές που σήμερα αποτελούν την πολύτιμη παρακαταθήκη της συλλογικής μνήμης και της εθνικής αυτοσυνείδησης.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι πάντα μια πληγή που δε λέει να κλείσει. Δεν λέει να κλείσει όχι πια γιατί ζουν οι πρώτοι ξεριζωμένοι, αλλά γιατί η προσφυγιά είναι ξερίζωμα. Κι όπως το ξεριζωμένο φυτό ψάχνει να βρει έδαφος και νερό για να ριζώσει ξανά, έτσι κι οι άνθρωποι αναζητούν τον τόπο και την ζεστασιά. Μέσα τους όμως κουβαλούν το τραύμα του ξεριζωμού, την πληγή του ακρωτηριασμού. Αντί όμως η πληγή αυτή να κακοφορμίσει, μετατρέπεται σε πηγή δημιουργίας, σε πηγή ανάστασης των αισθημάτων.

Ο Θωμάς Σιδέρης είναι ένας ευαίσθητος δημιουργός. Και ως τέτοιος ξέρει να ακούει την ηχώ των αιώνων κι ας έρχεται από πολύ μακριά. Ξέρει να ακούει, ξέρει να συμπάσχει με τους ήρωες του. Συνάμα, ξέρει να ξεδιπλώνει την ιστορία με μαεστρία, να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Κυρίως όμως ξέρει να κάνει τον αναγνώστη να συμμετέχει και να συγκινείται.

«Η Κανέλα από τη Σμύρνη» είναι το χρονικό μιας καταστροφής, μιας προσφυγιάς, μιας περιπέτειας που ξεκινάει με μιαν απώλεια αλλά τελειώνει με μια αισιόδοξη ματιά. Μια ματιά βαθιά ανθρώπινη. Μια ματιά συγκαιρινή. Γιατί και σήμερα, μπροστά από τη ματιά μας περνούν τα καραβάνια των ξεριζωμένων από τα χώματα που πριν από ένα σχεδόν αιώνα, έφυγαν και οι δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα, ξαναζούμε την ιστορία, ξαναζούμε το προαιώνιο δράμα του ανθρώπου που ζει τον δικό του Συσίφειο άθλο ή Γολγοθά. Και για το λόγο αυτό το βιβλίο του Θωμά αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί. Γιατί παρόλο που ασχολείται με το παρελθόν, συνομιλεί με το παρόν και το μέλλον. Κι αυτό είναι κάτι που κάνει να ξεχωρίζει το αυθεντικό έργο τέχνης από τα υπόλοιπα έργα των ανθρώπων.

Ανάμεσα σ’ εσάς είμαστε εδώ:

Ανάμεσα στα σπίτια, τα λεφτά, τους καπνούς,

Τις κυρίες, τις σκέψεις,

Δίχως να σας αγαπήσουμε, δίχως να ταιριάξουμε,

Με ‘κείνο τον θόρυβο που κάνουνε της άνοιξης τα φύλλα:

Πιο ψηλά! Χάσου!

Τρέμει τ’ αηδόνι στην κούνια –

Κάποιος είναι ο εκλεκτός.

Φοβισμένος, γιατί είστε δεμένος στο τροχό –

Γλείφετε πόδια!

Χαμένος μέσα σε βάσανα και λάσπες

Ο Θεός βυθίζεται στην ασωτία.

Περιττός! Ψηλός! Δραπέτης! Κάλεσμα ! Στα ύψη

Δεν έχεις συνηθίσει … Τις κρεμάλες

Δεν αποδέχτηκες … Το χρήμα λάτρεψε και

Τρέχα – πρόσφυγα.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s