Οι ψυχές των συνόρων

1011435_10201817175454922_1738260089_n

photo: Thomas Sideris

Thomas Sideris

Ξημερώνει.

Η θάλασσα μαύρη. “Οι ψυχές των συνόρων”. Η θάλασσα καταργεί τα σύνορα. Το σύνορο της ζωής και του θανάτου.

Οι πρόσφυγες. Τα αποδημητικά πουλιά του νότου που έχασαν τον προσανατολισμό τους. Τα νεροπούλια του Αιγαίου.

Τα μαλλιά κολλημένα στο μέτωπό τους. Τα ρούχα στο σώμα τους. Χέρια που απλώνουν. Χέρια παιδικά, χέρια νεανικά, χέρια ανδρών, χέρια γυναικών, γέρικα χέρια. Από τη μια, χέρια παγωμένα, φαγωμένα από το νερό, από την άλλη χέρια ζεστά, εκτεθειμένα στην πρωινή ψύχρα. Όχι ψύχρα, παγωνιά. Χέρια που συναντιούνται στην ακτή.

Αλληλεγγύη. Προσφυγική μνήμη. Τότε και τώρα. Βάρκες μέσα στον χρόνο. Και πίσω ο πόλεμος, η φωτιά, η βίαιη αποκόλληση της μνήμης.

Η θάλασσα αγριεύει. Το ίδιο και ο αέρας. Χέρια τυλίγουν τα σώματα με ισοθερμικό περιτύλιγμα. Πώς να κινηματογραφήσεις αυτά τα χέρια; Χρειάζονται περισσότερα χέρια. Τα χέρια δεν φτάνουν ποτέ. Φωνές. Φωνές για βοήθεια. Κάποια φωνή που την παίρνει ο αέρας ζητά φάρμακα. Πώς να φυλάξεις μέσα σου τις φωνές;

Με τα μάτια των προσφύγων. Ο ξένος τόπος. Τα ξένα βράχια. Οι ξένοι άνθρωποι. Όχι, δεν είναι ξένοι τελικά. Προστρέχουν, βουρκώνουν, θυσιάζονται. Ένας παπάς με την μπουκάλα οξυγόνου να κρέμεται σαν σταυρός κάτω από τη γενειάδα του κουβαλάει ένα “μωρέλι”.

Η κάμερα γράφει. Τα σύννεφα του πρωινού, τα κύματα της Συκαμιάς, οι πέτρες που γυαλίζουν κάτω από το νερό, οι ψυχές φαγωμένες από το νερό.

Δημοσιογράφοι και εικονολήπτες με παραφουσκωμένες αποσκευές στο αεροδρόμιο και στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Απέναντι από το αεροδρόμιο η μία θαλάσσια δίοδος. Η άλλη στη Συκαμιά. Κάμερες από όλο τον κόσμο στοχεύουν προς τη μεριά της θάλασσας. Εθελοντές και μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων από κάθε γωνιά του πλανήτη στέκονται δίπλα στους κατοίκους της Λέσβου. Οι κάτοικοι αναμετριούνται με τις αντοχές τους. Η προσφυγική καταγωγή γίνεται παράπονο. Όχι, δεν έδωσαν όλοι τα χέρια. Αλλά αυτοί που τα έδωσαν, το έκαναν με την καρδιά τους.

Μετά από μέρες πίσω στο λιμάνι. Το φουγάρο του μεγάλου καραβιού πετά τον μαύρο καπνό ψηλά, πολύ πιο ψηλά από το κάστρο. Το λένε “Αριάδνη”. Ο “λαβύρινθος” των σκηνών στο λιμάνι. Οι ίδιες σκηνές στον Πειραιά, στο Σύνταγμα, στην πλατεία Βικτωρίας.

Ο δεύτερος μεγάλος σταθμός, το λεκανοπέδιο. “Εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι” έγραψε πριν πολλά χρόνια ο ποιητής Άλκης Αλκαίος. Οι πρόσφυγες αρχικά τοποθετούνται στην Πύλη Ε3 του λιμανιού, στο πεδίο του Άρεως και στις πλατείες Συντάγματος και Βικτωρίας, στην έξοδο του μετρό. Νάιλον σκηνές, ουρές για συσσίτια, παιδιά από ένα σχολείο που μάζεψαν ρούχα και τρόφιμα για τους “δικούς μας ξένους”. Η Ελλάδα στα άγρια χρόνια των μνημονίων απλώνει τα χέρια στους ξένους της. Το 1922 οι πρόσφυγες της Καταστροφής και της Ανταλλαγής έβρισκαν αποκούμπι στις ίδιες πλατείες. Τότε βοήθησε η “Κοινωνία των Εθνών”. Τώρα, η κοινωνία των πολιτών.

Εθελοντές σε βάρδιες, γιατροί, εργαζόμενοι μετά τη δουλειά, συλλογικές κουζίνες, δάσκαλοι με ολόκληρες τάξεις. Όλοι θα περάσουν κάποια στιγμή από τους αυτοσχέδιους προσφυγικούς καταυλισμούς. Ένας έφηβος στέκεται για δεύτερη φορά στη γραμμή συσσιτίου. Είναι καταχείμωνο και ο ήλιος ήρθε και καρφώθηκε καυτός πάνω από την πλατεία Βικτωρίας.

Οι προσφυγικοί καταυλισμοί της Αττικής χαρακτηρίζονται “προσωρινοί”. Οι “πρόσφυγες” λογαριάζουν το μεγάλο ταξίδι για τον Βορρά. Για τον “Τελευταίο Σταθμό” του Γιώργου Σεφέρη. Αλλά “τελευταίος σταθμός” φαίνεται ότι δεν υπάρχει. Μόνο μπάρες κατεβασμένες.

Οι πρόσφυγες ακολουθούν τον δρόμο προς τον Βορρά. Στο μυαλό τους υπάρχει μόνο μια λέξη: “Σύνορα”. Πίσω τους τα ναρκοπέδια του πολέμου. Μπροστά τους, τα ναρκοπέδια των ψυχών. Οι χώρες που βγήκαν από τον εφιάλτη της απομόνωσης στα τέλη του περασμένου αιώνα, αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορα. Η Ελλάδα μοιάζει με χώρα εγκλωβισμένων.

Η Ειδομένη μοιάζει με έναν τόπο μυθικό, με τον νησί της Καλυψούς ή με το νησί των Λωτοφάγων. Όλοι προσπαθούν να πείσουν τους πρόσφυγες ότι το “μετά” δεν υπάρχει τίποτα. Όλα σταματούν εδώ. Οι ελληνικές αρχές αποφασίζουν να βάλουν εμπόδια στον δρόμο για τα “σύνορα”. Αλλά οι πρόσφυγες που ξέφυγαν από το καμίνι του πολέμου, δεν λογαριάζουν εμπόδια. Ανθρώπινα κοπάδια οδοιπορούν πάνω στην κατή άσφαλτο των εθνικών οδών. Το στόμα τους στεγνώνει αλλά η λέξη “σύνορα” μοιάζει με γάργαρο νερό. Για ακόμη μία φορά, εγκλωβισμένοι.

Πίσω ο πόλεμος και η Τουρκία, η χώρα των δουλεμπόρων, το “μη ασφαλές καταφύγιο” για τη Διεθνή Αμνηστία. Μπροστά οι κλειστές μπάρες των συνοριακών σταθμών, οι στρατιώτες και οι πλαστικές σφαίρες, τα συρματοπλέγματα και οι κάμερες ασφαλείας.

Η Ειδομένη γίνεται όνειρο και εφιάλτης μαζί. Ανάμεσα στο πλήθος διακρίνω έναν παπά. Χρειάζονται χέρια. Ακόμη και τα χέρια ενός παπά. Όχι για να ευλογήσει. Όχι για να πει “πιστεύω σε έναν θεό” αλλά για να πει με το βλέμμα του, με τα χέρια του, με το σώμα του όλο “πιστεύω στον άνθρωπο”.